Η Αλεξάνδρεια, πόλη που ιδρύθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο το 331 π.Χ, είναι η δέυτερη μεγαλύτερη πόλη της Αιγύπτου και βρίσκεται στα δυτικά του δέλτα του Νείλου. Έχει πληθυσμό περίπου 5.000.000 κατοίκους και λειτουργεί ως κέντρο πετρελαϊκών επιχειρήσεων, αλλά και ως σημαντικότατη αφετηρία εξαγωγών από την Αίγυπτο. Η πόλη έγινε πρωτεύουσα μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου και απέκτησε μεγάλη αίγλη μέχρι τον 2ο αιώνα που γνώρισε παρακμή εξαιτίας ποικίλων συνιστώσων, όπως η ύφεση και η διχόνοια μεταξύ των κατοίκων, γνωρίζοντας,όμως, την ανάκαμψη πολύ γρήγορα. Πέρασε από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, την κυριαρχία των Περσών και την κατάκτηση από τους Άραβες, ενώ θεωρείται γενέτειρα της χριστιανικής θρησκείας, με ιδρυτή της Εκκλησίας της τον Απόστολο Μάρκο. Σημαντικά έργα σε αυτή είναι το Μουσείο, που φιλοξενεί και την ξακουστή βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, όπως και ο Φάρος, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Γνωστός επίσης είναι και ο ελληνισμός της πόλης, που πηγάζει από την ίδρυσή της από τον Αλέξανδρο και έκανε πάντα αισθητή την παρουσία του, συνδέοντας την Αιγυπτιακή πόλη άρρηκτα με την Ελλάδα. Το κλίμα της είναι ξηρό και ζεστό και η επίσκεψή της ενδείκνυται για όλο τον χρόνο.

Ένα από τα καλύτερα αξιοθέατα της Αλεξάνδρειας είναι η παραλιακή της ζώνη, που εκτείνεται σε ζώνη χιλιομέτρων και έχει θέα τη Μεσόγειο θάλασσα, που έρχεται σε αντίθεση με την έρημο και διαμορφώνουν το ιδανικό κλίμα τους καλοκαιρινούς μήνες. Στην παραλιακή ζώνη συναντά κανείς και τη Βιβλιοθήκη, ένα από τα 7 θαύματα του κόσμου, που δυστυχώς δεν κατάφερε να διασωθεί. Η Νέα Βιβλιοθήκη, ωστόσο, δημιουργήθηκε για να γεμίσει το κενό της ξακουστής Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης και ανακαινίστηκε το 2002, ενώ η κατασκευή της ξεκίνησε από το 1989.Αυτή καταλαμβάνει έκταση 40.000 τ.μ και στεγάζει 8 εκατομμύρια τόμους. Ένα ακόμα από τα 7 θαύματα του κόσμου είναι και ο αλεξανδρινός Φάρος, που χτίστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ και έφτασε να εξαφανιστεί τον 14ο αιώνα. Στη θέση αυτού έχει τοποθετηθεί ένας συνηθισμένος φάρος στο λιμάνι, που, όμως, δεν έχει τόσο ξεχωριστή δομή όσο αυτός της αρχαιότητας. Τα καταστήματα της Αλεξάνδρειας φιλοξενούνται ως επί το πλείστον στην οδό Ρας Ελ Τιν και στην παράλληλή της Μιντάν. Εκεί βρίσκει κανείς από μπαχαρικά και βότανα μέχρι κοσμήματα και μουσικά όργανα. Στα παλαιωπολεία Αταρίν, επίσης, μπορεί κάποιος να ανακαλύψει παλαιά βιβλία, έπιπλα και αντικείμενα που λογαριάζονται ως αντίκες και έχουν ανεκτίμητη αξία. Όσον αφορά, δε, την κουζίνα της Αλεξάνδρειας, αυτή θυμίζει σε πολλά σημεία την λιβανέζικη, με την μεγάλη ποικιλία από κεμπάπ και φαλάφελ, κατεξοχήν μεσανατολίτικων εδεσμάτων. Ακόμα, η Αλεξάνδρεια φημίζεται για τα θαλασσινά της, άλλη μια γευστική επιλογή που θυμίζει Ανατολή.

 

Δεν γίνεται να μιλήσουμε για την Αλεξάνδρεια και να μην αναφερθούμε στον ελληνισμό της, που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν πάντοτε έντονος και πολυδιάστατος. Για του λόγου το αληθές, η Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας μετρά πάνω από 150 χρόνια από την ίδρυσή της, με πρώτο της πρόεδρο τον Μιχαήλ Τοσίτσα το 1843. Πέρα από την προφανή σύνδεση του ελληνισμού με την Αλεξάνδρεια -λόγω της ίδρυσής της από τον Αλέξανδρο-, βρίσκουμε σημεία επαφής των δύο πολιτισμών σε πολλά κτίρια της Ανατολίτικης πόλης που φέρουν ελληνικά ονόματα και κτίστηκαν από Έλληνες αρχιτέκτονες, όπως και στο γεγονός ότι εκεί βρίσκεται το σπίτι του Κ.Π Καβάφη, αλλά και το Πατριαρχείο της Αλεξάνδρειας, έδρα της ελληνορθόδοξης εκκλησίας για όλη την αφρικανική ήπειρο. Επιπλέον, το τεράστιο μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα προς την Αλεξάνδρεια κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, και κυρίως λίγο μετά την ελληνική επανάσταση, κατέστησε την ελληνική κοινότητα την πιο σημαντική και πολυάριθμη ξένη κοινότητα στην Αλεξάνδρεια τότε και εξακολουθεί να συγκαταλέγει τον ελληνικό πολιτισμό σε αυτούς με την υψηλότερη επιρροή στην πόλη σήμερα. Αυτό, βέβαια, δεν είναι καθόλου περίεργο αν αναλογιστούμε ότι σχεδόν 40.000 Έλληνες ομοιογενείς υπήρχαν στην Αλεξάνδρεια σύμφωνα με απογραφή του 1927, που κατοικούσαν γύρω από την εκκλησία και το μοναστήρι του Αγίου Σάββα, για τους οποίους είχαν δημιουργηθεί και οι αρμόζουσες εγκαταστάσεις, όπως ομογενειακό σχολείο και νοσοκομείο. Και ο Έλληνες με τη σειρά τους συνέβαλαν σημαντικά στην πολιτισμική οικοδόμηση της πόλης, με την ίδρυση συλλόγων και σωματείων κάθε είδους και την ώθηση που έδωσαν στην επιστήμη και στις τέχνες. Ακόμα και σήμερα υπάρχει μια νότα ελληνισμού στην ατμόσφαιρα της Αλεξάνδρειας, ένας ελληνικός αέρας που δεν περνά απαρατήρητος στον Έλληνα επισκέπτη και τον κάνει να νιώθει οικεία στο περιβάλλον της Αλεξάνδρειας.

 

Για αυτούς τους λόγους οπωσδήποτε ένας Έλληνας θα επωφεληθεί από την επίσκεψή του στην Αλεξάνδρεια και έχει πολλά να αποκομίσει από αυτή την εμπειρία, ερευνώντας όχι μόνον ξένους πολιτισμούς, αλλά εντέλει και τις πτυχές του ίδιου του ελληνικού πολιτισμού.

 

Για τον Τομέα Περιηγήσεων:

Ζωή Καραλή, Δημοσιογράφος.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.