Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν γιος του Ιωσήφ Κούνδουρου, δικηγόρου και πολιτικού. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου του 1926. Οι γονείς του όμως ως γνήσιοι κρητικοί και παθιασμένοι με την καταγωγή τους δεν ήθελαν ο γιος τους να πολιτογραφηθεί Αθηναίος. Έτσι, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξη του, σχεδίασαν να τον πάρουν νήπιο ακόμα και τυλιγμένο μέσα σε μια πάνα, τον πήγαν στην Κρήτη ώστε να γραφτεί στα δημοτολόγια του Αγίου Νικολάου. Γόνος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας μεγάλωσε ως χαϊδεμένο παιδί ακόμα και στα πολύ δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Τον πατέρα του τον έχασε λίγο μετά την λήξη του πολέμου από καρδιακή ανακοπή, ενώ και τα δύο του αδέλφια, ο Ρούσσος και ο Γιώργος, έφυγαν και αυτοί πρόωρα από την ζωή.

Μεγαλώνοντας ο Νίκος Κούνδουρος σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανώτερη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας απ’ όπου και αποφοίτησε το 1948.

Έντονα πολιτικοποιημένος ως άνθρωπος κατά τα τελευταία χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλάζει τη ζωή του όταν εντάχθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και συμμετείχε στον ένοπλο αγώνα που ονομάστηκε Αντίσταση. Σε μια συμπλοκή τραυματίστηκε με τρεις σφαίρες στο πόδι. Γλίτωσε από την εκτέλεση γιατί τον πέρασαν για Άγγλο λόγω των ξανθών μαλλιών και των γαλάζιων ματιών του. Μετά την λήξη του πολέμου και λόγω των πολιτικών του φρονημάτων εξορίστηκε στην Μακρόνησο για τέσσερα χρόνια. Μέσα από το τραυματικό αυτό βίωμα όμως της εξορίας κατάφερε να δει ή να βρει αυτό που πάντα ήθελε να κάνει. Σε αυτά τα τέσσερα χρόνια της απομόνωσης έμαθε πολλά πράγματα και θέατρο. Και εκεί του δημιουργήθηκε για πρώτη φορά η ιδέα για κινηματογράφο.

Έτσι, το 1952 και αφού έχει τελειώσει αυτή του η περιπέτεια, παίρνει το δίπλωμα του από την Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά αντί για αρχιτέκτονας βγαίνει με ένα δίπλωμα ζωγράφου. Τότε, εντελώς ξαφνικά, αποφάσισε να ανταλλάξει τα σιωπηλά εργαλεία του ζωγράφου με τις εικόνες και τα μεγάφωνα του κινηματογράφου. Με την βοήθεια μερικών φίλων του, του Μάνου Χατζιδάκι, της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, του Αλέξη Διαμαντόπουλου, ξεκινάει την πορεία του ως σκηνοθέτης με την ταινία «Μαγική Πόλη» (1954), όπου συνδύασε τις επιρροές του από το νεορεαλισμό με την εικαστική του ματιά.

Ο Χατζιδάκις ήταν ήδη ένα επώνυμο άτομο στον χώρο, όταν ο ίδιος ήταν ένα άγουρο παιδί με φιλοδοξίες και φιλαρέσκεια. Τον βοήθησε πολύ και τον έφερε σε επαφή με τον Φίνο. Έγραψε την μουσική για τις πρώτες του ταινίες, δίνοντας μια εμπορική ώθηση σε αυτές και έτσι έγινε ο άνθρωπος της ζωής του. Αυτό που θυμόταν από την ζωή του με τον Χατζιδάκι ήταν ότι γέμιζε το μυαλό του με μουσική. «Αχόρταγος ο ίδιος, ακτινοβολούσε εκείνη την λαιμαργία για ζωή που ήταν κολλητική και για τους άλλους, τους πιο «συμμαζεμένους». Άνοιγε το δρόμο σε χώρους απάτητους, κι όπως όλα ήταν καινούργια τότε, εμείς χαζεύαμε μαζί του.», δήλωσε πριν λίγα χρόνια σε συνέντευξη του.

Μεγάλη αγάπη για τον Κούνδουρο έτρεφε και ο Φίνος. Του διέθετε τα εργαστήρια του, τα υλικά του, το χρήμα. Οι ταινίες του ήταν έργο του Φίνου. Αν και ο Κούνδουρος δεν είχε καμία σχέση με το εμπορικό κινηματογράφο παραδέχτηκε ότι αυτού του είδους ο κινηματογράφος βρίσκεται πίσω από την τεχνολογική πρόοδο. Αναγνώριζε ότι οι σκηνοθέτες του συντήρησαν το στούντιο και το κοινό. Ο ελληνικός κινηματογράφος ήταν ταυτόσημος με αυτούς. Ο ίδιος έλεγε ότι ο λαϊκός κινηματογράφος του προκαλούσε μια μελαγχολία. Από εκείνη την εποχή είχε να θυμάται το πώς εκείνος έφερε το Θανάση Βέγγο από την Μακρόνησο και τον έβαλε να παίξει στον «Δράκο» μια από τις σημαντικότερες ταινίες της καριέρας του. Είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μπορούσε να συνεργαστεί με τα μεγάλα ονόματα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου όπως την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένης Καρέζη, γιατί αυτές οι γυναίκες υπηρετούσαν ένα άλλο είδος, έναν άλλο κόσμο από τον δικό του τον οποίο όμως πάντα σέβονταν. Γνώριζε την Λαμπέτη και τον Χορν, τους αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του ότι ήταν περίεργο που του φέρθηκαν με συμπάθεια γιατί ήταν ένα σκάνδαλο μέσα στην περιπέτεια του κινηματογράφου, ήταν «άλλος». Είχε τα δικά του κριτήρια, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαπιστώνει ότι για παράδειγμα η Βουγιουκλάκη ήταν μια εθνική ηρωίδα.

 

Με το σύνθετο και πρωτοποριακό του έργο «Ο Δράκος» (1956), ο Νίκος Κούνδουρος καθιερώνεται στα μάτια κριτικών και κοινού.

 

Επόμενα έργα του είναι «Οι παράνομοι» (1958), «Το ποτάμι»(1959), «Μικρές Αφροδίτες»(1963), «Το πρόσωπο της Μέδουσας»(1967), «Τα τραγούδια της φωτιάς»(1974), «1922»(1978) κ.α.

 

Ο Νίκος Κούνδουρος συμμετείχε σε πολλά κινηματογραφικά φεστιβάλ του εξωτερικού, όπως στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1953 και το 1956, στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1958, 1963 και 1967.

Τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και Βερολίνου το 1963 για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες», καθώς και για την ταινία του «Το ποτάμι» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1959. Το 1978 πήρε εννέα βραβεία για την ταινία του «1922» ενώ το ίδιο έργο βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Κέιπ Τάουν το 1982.

 

Ειδικά για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες» τιμήθηκε με το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Η ταινία του «Ο Δράκος» χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία της δεκαετίας ’50-’60. Αντίγραφα πολλών ταινιών του βρίσκονται στο Ευρωπαϊκό Μουσείο Κινηματογράφου, στη Γαλλική Ταινιοθήκη και στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

«Ούτε αδίκησα, ούτε αδικήθηκα. Είμαι ευχαριστημένος. Αγάπησα και αγαπήθηκα…Είμαι ένας άνθρωπος με ιδιόρρυθμο πείσμα. Αν περάσει κάτι στο νου μου θα το διεκπεραιώσω. Ασχολήθηκα με πολλά πράγματα: με αρχιτεκτονική, με ζωγραφική, με θέατρο. Δεν άφηνα τίποτα στη μέση, δεν ήμουν επιπόλαιος. Είχα έναν σεβασμό στη φαμίλια μου. Γεννήθηκα Κρητικός και ήθελα να συντηρήσω τον μύθο του έντιμου Κρητικού. Από την οικογένεια ξεκινάνε όλα…Ο πατέρας μου ήταν ένα υπέροχος άνθρωπος, δεν θα μπορούσα ποτέ να προσβάλω την τάξη της φαμίλιας μας που εκείνος όρισε. Είχα μεγάλη υποχρέωση και δεν ήθελα να την προδώσω. Όταν έδωσα μια γροθιά σε αξιωματικό επειδή με είπε «Βούλγαρο», η γροθιά αυτή θα μου στοίχιζε περισσότερο αν δεν είχα την προστασία της οικογένειας. Είχα την αίσθηση πως ό,τι κι αν έκανα ήμουν προστατευμένος. Αυτό μου έδινε μια αυτοπεποίθηση. Σε όλη μου τη ζωή έκανα χρήση αυτής της προστασίας – ίσως όχι επίτηδες…»

Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας ενώ τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του νοσηλευόταν σε σοβαρή κατάσταση με αναπνευστικά προβλήματα.

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών:

Σοφία Μαγουλιώτη, Υπεύθυνη Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.