Η Δημοκρατία της Κούβας είναι ένα νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής, που έχει απασχολήσει τον σύγχρονο κόσμο τόσο για τον πολιτισμό του όσο και για τα πολιτικά και επαναστατικά γεγονότα. Το νησί ανακαλύφθηκε από τον Χριστόφορο Κολόμβο στα τέλη του 15ου αιώνα και αποτέλεσε τμήμα της Ισπανικής Αποικιακής Αυτοκρατορίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η περιοχή αυτή ανεξαρτητοποιείται από τους Ισπανούς. Ακόμα, όμως, και τότε η Κούβα δεν έπαψε να είναι έρμαιο εξωτερικών δυνάμεων, κυρίως δε των Η.Π.Α. Όμως το 1959 επικρατεί η Κουβανική Επανάσταση, με επικεφαλή τον προσφάτως αποθανόντα Φιδέλ Κάστρο, όπου ανατρέπει τη φιλοαμερικανική δικτατορία του Φ. Μπατίστα. Το γεγονός αυτό θεωρείται σταθμός στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Περίπου τότε επιβάλλεται στην Κούβα το οικονομικό και εμπορικό εμπάργκο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο άρθηκε προσφάτως.
Ο πολιτισμός του νησιού είναι κυρίως γνωστός για τη μουσική και τους χορούς του, αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι υστερεί στους υπόλοιπους τομείς. Ένας τέτοιος είναι η κουβανική λογοτεχνία, που κάθε άλλο παρά αδιάφορη μπορούμε να την κρίνουμε. Οι Κουβανοί συγγραφείς είδαν την λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνικής διαμαρτυρίας, μία κίνηση που τη βλέπουμε κατά κύριο λόγο στην προεπαναστατική εποχή. Ο Νικολάς Γκιγέν και ο Χοσέ Σ. Ταγέτ είναι κάποια από τα ονόματα που ξεχωρίζουν. Παρόλα αυτά η Κούβα εκτιμήθηκε για άλλους τομείς του πολιτισμού της.
Η μουσική της Κούβας
Η μουσική του νησιού αυτού είναι παγκοσμίως διαδεδομένη και ιδιαίτερη αγαπητή. Είναι χαρακτηριστικό, πως από ολόκληρη την Λατινική Αμερική κυρίως η μουσική της Κούβας ξεχώρισε. Με ένα απλό άκουσμα, ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί την ένταση, την έξαψη και το γρήγορο ρυθμό της, την πληθώρα των κρουστών που συνοδεύουν τις δακρύβρεκτες ερμηνείες των Κουβανών, την γρήγορη μελωδία της κιθάρας.

Η κουβανέζικη κουλτούρα και συγκεκριμένα η μουσική αποτελείται από δύο κυρίως στοιχεία, το ευρωπαϊκό και το αφρικανικό, τα οποία με το πέρασμα των αιώνων μας έδωσαν μία αμιγώς κουβανέζικη μουσική. Όσον αφορά το αφρικανικό στοιχείο, οι Ισπανοί που κατοίκησαν το νησί, έφεραν ανθρώπους από την Αφρική για να τους χρησιμοποιήσουν ως εργάτες. Μάλιστα, τους έδωσαν και το δικαίωμα, να διοργανώνουν ελεύθερα τις θρησκευτικές τους τελετές. Ως γνωστόν, οι τελετές αυτές είχαν έντονο το μουσικό και χορευτικό στοιχείο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η μουσική των Αφρικανών να διαδοθεί μέσα τους κύκλους των Κουβανών αλλά και να αποτελέσει τη βάση της κουλτούρας τους σε μία χώρα «αφρο-ισπανική», όπως την χαρακτήρισε ο ίδιος ο F. Castro. Από τον 19ο αιώνα περίπου, αρχίζουν να εμφανίζονται στην Κούβα μουσικά είδη, που παρότι είχαν αφρικάνικες και ευρωπαϊκές επιρροές, είχαν εφευρεθεί εντός του κουβανικών συνόρων και δεν απηχούσαν σε κάποια άλλη παράδοση. Σίγουρα, όμως, ήταν είδη με πολλά επίπεδα πολιτισμών. Είναι χαρακτηριστικό, πώς οι άποικοι του νησιού δεν αφομοίωσαν κανένα ιθαγενές στοιχείο κι αυτό γιατί η καλλιτεχνική ζωή της Κούβας άρχισε να διαμορφώνεται κατά τον 18ο αιώνα, όταν πλέον οι ιθαγενείς είχαν αφανιστεί. Μέσα από όλες αυτές τις επιμειξίες, δημιουργήθηκαν τα βασικά μουσικά είδη της Κούβας, τα οποία μάλιστα με το πέρασμα των χρόνων εξελίχθηκαν και δεν έμεινα στάσιμα.
Rumba
Η Rumba αποτελεί ένα από τα μουσικά είδη που προέκυψε από τη σύζευξη των ευρωπαϊκών και αφρικανικών στοιχείων. Είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα είδη, όχι μόνο στην Κούβα αλλά και παγκοσμίως. Μάλιστα επηρέασε και άλλα μουσικά-χορευτικά είδη, όπως τη Son και τη Salsa. Η εμφάνισή της χρονολογείται στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, στοιχεία της όμως βλέπουμε ήδη από τον 19ο. Συγκεκριμένα, τότε βλέπουμε τους σκλάβους της δυτικής Κούβας να αναπαράγουν μία μουσική στα πλαίσια μίας μουσικοχορευτικής φιέστας. Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν στην Rumba του 19ου αιώνα, ήταν κυρίως αυτοσχέδια. Επειδή τότε τα τύμπανα ήταν απαγορευμένα, οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιούσαν καρέκλες, συρτάρια ή και κασόνια. Τα τραγούδια ήταν ολιγόστιχα σε λαϊκά ισπανικά και ήταν κι αυτά όπως και τα όργανα αυτοσχέδια.

Η Rumba ξεφεύγει από τα πλαίσια του αυτοσχεδιασμού κι αρχίζει να αποκτά κανόνες και μία οργάνωση με την εμφάνιση των Coros de Clave και των Coros de Guaguanco. Πρόκειται για πολυμελή γκρουπ έγχρωμων εργατών, που εμφανίζονται στον δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ακολουθώντας τη χορωδιακή μόδα της Ισπανίας, που είχε περάσει και στο νησί. Είναι βέβαια χαρακτηριστικό, πως οι εμφανίσεις των γκρουπ αυτών είχαν μόνο μουσικό σκοπό και δεν συνοδεύονταν από χορευτικές κινήσεις, παρότι σήμερα την Rumba την έχουμε συνδέσει κυρίως με τον χορό. Για πολλές δεκαετίες αυτή η μουσική έκφραση των αφρο-κουβανών αντιμετωπιζόταν από τους ανθρώπους της κουβανικής καλλιτεχνίας ως κάτι περιθωριακό και πρόστυχο, που δεν άξιζε να θεωρείται μέρος της κουλτούρας τους. Έτσι φτάνουμε στα τέλη του 20ου αιώνα για να δούμε τη “νομιμοποίηση” της Rumba.

 

 

Μέχρι σήμερα η Rumba λαμβάνεται ως μία ανοιχτή φιέστα που γίνεται αυθόρμητα σε μία αυλή ή σε μία γειτονιά, όπου ο ρόλος του τραγουδιστή δεν περιορίζεται σε ένα μόνο άτομο. Απαραίτητο συμπλήρωμα είναι ο χορός, που άλλοτε θα έχει ερωτικό περιεχόμενο, άλλοτε θα αποδίδει φόρο τιμής στους πρεσβύτερους κι άλλοτε θα εξελιχθεί σε μία μονομαχία ανάμεσα σε δύο άντρες.
Bolero
Στις αρχές περίπου του 20ου αιώνα, εμφανίζεται στην Αβάνα ένα νέο μουσικό είδος, το Bolero. Όπως η Rumba, έτσι και το Bolero, αγαπήθηκε ιδιαίτερα όχι μόνο εντός του νησιού αλλά και στα γύρω νησιά, στο Μεξικό ακόμα και στην Ευρώπη. Η μουσική αυτή, προϋπήρχε ήδη από τον 19ο αιώνα. Τότε, όμως, συνταυτιζόταν με την Trova, καθώς τα δύο αυτά μουσικά είδη μοιράζονταν πολλά κοινά στοιχεία. Η μόνη τους διαφορά είναι ότι, όταν κάποιος αναφερόταν στο Bolero εννοούσε τον ρυθμό, που χαρακτηρίζεται από τη μελωδία της κιθάρας και όταν αναφερόταν στην Trova εννοούσε τους στίχους. Τον επόμενο αιώνα έγινε ο διαχωρισμός των δύο αυτών ειδών, όπου τότε το Bolero απέκτησε τη σημερινή του μορφή.

Όπως τα περισσότερα μουσικά είδη της Κούβας, έτσι και το Bolero συνδέεται με τον χορό. Πρόκειται για ένα αργό είδος χορού και μάλιστα έχει χαρακτηριστεί ως «χορός της αγάπης», καθώς οι κινήσεις του προβάλλουν έναν έντονο ερωτισμό. Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι σήμερα λανθασμένα οι περισσότεροι συγχέουν τη Rumba με το Bolero. Αν και οι παρουσιάζουν αρκετά κοινά στοιχεία, έχουν κάποιες βασικές διαφορές ως προς τον ρυθμό και την τεχνική εκτέλεσης των βημάτων.
Son
Η Son έχει χαρακτηριστεί από τους περισσότερους ως η αυθεντική κουβανέζικη μουσική και μάλιστα αποτέλεσε τη βάση για κάποια μουσικά είδη που εμφανίστηκαν αργότερα, όπως τη salsa. Είναι ένα είδος που προκύπτει ξεκάθαρα από τη μείξη αφρικανικών και ευρωπαϊκών στοιχείων. Η κιθάρα των Ισπανών συναντάει το τύμπανο των Αφρικανών κι έτσι προκύπτει η Son. Ως προς τα όργανα, στη μουσική αυτή πέρα από την κλασσική κιθάρα βλέπουμε και το tres (ένα είδος κιθάρας με τρεις διπλές χορδές) και πληθώρα διαφορετικών τυμπάνων με κυρίαρχα τα bongos(παιζόταν με γυμνά χέρια, κάτι που αποτέλεσε πρωτοπορία στον κόσμο των τυμπάνων) και τις maracas, προσφέροντας έτσι ένα ιδιαίτερο μουσικό άκουσμα.

Ως προς το ρυθμό, το Son είναι αρκετά απλό και γρήγορο, κάτι που θυμίζει την κουλτούρα των έγχρωμων της Αφρικής. Οι στίχοι του, κυρίως παλιότερα, μιλούσαν για την καθημερινότητα του έγχρωμου πληθυσμού, τα βιώματα των πρώην σκλάβων, τη θρησκεία τους, τα ήθη τους κτλ. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος, που η μουσική αυτή κυνηγήθηκε έντονα έως το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα. Παρόλα αυτά κατάφερε να επιβιώσει λόγω ότι ήταν μία μουσική γνήσια λαϊκή, χορευτική και παρουσίαζε την κουλτούρα του καιρού της. Έτσι, παρότι η Son είχε εμφανιστεί ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, μπορούμε να πούμε ότι η εποχή της ακμής της ήρθε στις αρχές του 20ου αιώνα στην Αβάνα, όπου τότε το άκουσμά του έχει έναν πιο περίπλοκο ρυθμό και ο ρόλος του τραγουδιστή(sonero) έχει αναβαθμιστεί. Κάποια ονόματα, που ξεχώρισαν στον είδος αυτό ήταν οι Sextero Habanero, οι Trio Matamoros και οι Sextero Nacional.

 

Τα μουσικά είδη της Κούβας δεν περιορίζονται στα παραπάνω. Οι κατηγορίες της μουσικής τους είναι πάμπολλες, αν αναλογιστούμε και την τεράστια ιστορία που έχει ο τομέας αυτός. Παρόλα αυτά η Rumba, το Bolero και η Son είναι από τα πιο γνωστά είδη. Εν ολίγοις οι Κουβανοί δημιούργησαν μία μουσική που βασίζεται στο τύμπανο και την κιθάρα, μία μουσική κοινωνική αλλά και ερωτική, που είναι παγκοσμίως διαδεδομένη και αγαπητή.

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών:

Μαντώ Δανιηλίδη, Δημοσιογράφος.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου