WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ

Share Button

 

Η Μάτση Χατζηλαζάρου είναι μία γυναίκα που έχει διακριθεί για τη τολμηρότητά της, τόσο στην προσωπική της ζωή όσο και στο ποιητικό της έργο. Για την εποχή της, οι πολλές σχέσεις της αλλά και η έντονη σεξουαλικότητα που προβάλλει μέσα στο έργο της προκάλεσαν μία έκπληξη. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να παραβλέψει τη πρωτοποριακό στίγμα της ποιήτριας αυτής.

Τα πρώτα της χρόνια

Η Μάτση Χατζηλαζάρου ή αλλιώς Μαρία Λουκία Χατζηλαζάρου γεννήθηκε το 1914 στη Θεσσαλονίκη. Η ίδια από τα παιδικά της χρόνια γνώρισε τον πόλεμο, καθώς τότε ήταν που δόθηκε η αρχή ενός από τους πιο πολεμικούς αιώνες της ανθρωπότητας. Όπως κάθε άνθρωπος του 20ου αιώνα, έτσι και η Μάτση μεγάλωσε, έζησε και πέθανε μέσα στον πόλεμο. Παρ’ όλες αυτές τις δυσμενείς συνθήκες δεν μπορούμε να πούμε ότι μεγάλωσε φτωχικά. Αντιθέτως, επειδή ανήκε σε μία από τις πιο επιφανείς οικογένειες της πόλης, περνάει τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια μέσα σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η οικογένεια της εγκαταλείπει την Θεσσαλονίκη και διαμένουν στην Ιταλία και Γαλλία, έως το 1920 που μετακομίζουν μόνιμα στην Αθήνα. Στην πόλη αυτή, η Μάτση θα γνωρίσει όλα αυτά τα πρόσωπα που θα στιγματίσουν και θα κατευθύνουν τη ζωή της. Αν και οι μετακινήσεις της οικογένειας ήταν συχνές, η εκπαίδευση της Χατζηλαζάρου δεν πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Οι γονείς της φρόντισαν να της προσφέρουν μία κατ’ οίκον εκπαίδευση, όπως βέβαια συνηθιζόταν για τα παιδιά μιας αστικής τάξης.

Ωστόσο, οι ευνοϊκές αυτές συνθήκες, δεν κράτησαν πολύ. Οι γονείς της εθισμένοι στη μορφίνη, οδήγησαν την οικογένεια πολύ γρήγορα σε χρεοκοπία και οι ίδιοι οδηγούνται στο θάνατο, το 1934. Έτσι ξεκινά για την ποιήτρια μας, μία περίοδος οικονομικής εξαθλίωσης που την ταλαιπωρεί μέχρι το τέλος της ζωής της.

Οι σχέσεις της με το αντίθετο φύλο και οι γάμοι

Από τη ζωή της Χατζηλαζάρου είναι γνωστό ότι περνάνε πολλοί σύζυγοι αλλά και εραστές και μάλιστα οι τελευταίοι είναι που επηρέασαν περισσότερο το έργο της. Αλλά, ας τα πάρουμε από την αρχή. Σε ηλικία 27 χρονών παντρεύεται με τον βαυαρό Καρλ Σούρμαν. Έμειναν παντρεμένοι έως το 1936. Ακολουθεί ο γάμος της με τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα Σπύρο Τσαούση, με τον οποίο χωρίζει το 1938.

Ο εθισμός των γονιών της αλλά και ο θάνατος τους, άφησε στην Μάτση αρκετά ψυχολογικά προβλήματα. Έτσι η ψυχική της διαταραχή, την οδηγεί στον Ανδρέα Εμπειρίκο ως ασθενή, καθώς ο ίδιος πέρα από την ιδιότητα του ποιητή είχε και αυτή του ψυχαναλυτή. Η σχέση τους πολύ γρήγορα από αυτή του ασθενή και του θεραπευτή καταλήγει σε ερωτική και το 1939 παντρεύονται. Όσο ήταν μαζί, δεν έπαψαν να επηρεάζουν ο ένας τον άλλον. Μέσω του Εμπειρίκου, η Μάτση εντάσσεται στον κύκλο των υπερρεαλιστών. Γράφει υπερρεαλιστικά κείμενα, χωρίς όμως να φτάνει σε μία υπερβολή, όπως ο αγαπημένος της. Όπως τονίζει η Α. Φρατζή, η Μάτση «γεννιέται ως ποιητικό υποκείμενο τη στιγμή που συναντά τον Εμπειρίκο». Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα και το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου, που υιοθετεί η ίδια στα πρώτα της ποιήματα. Από την άλλη, ο Εμπειρίκος γράφει την Ενδοχώρα του, στην οποία τα περισσότερα ποιήματά του είναι αφιερωμένα στην σύζυγό του. Γενικότερα, όμως, ο Ανδρέας αφού επουλώσει τα ψυχικά της τραύματα την βοηθά να αφήσει ελεύθερη την ερωτική της ιδιοσυγκρασία. Επομένως όλη αυτή η ερωτική ελευθεριότητα, που βλέπουμε μέσα στα ποιήματά της, έχει τις ρίζες της στον Εμπειρίκο.

Το 1943 η Μάτση αφήνει τον ένα Ανδρέα για να συνδεθεί ερωτικά με έναν άλλον, τον Ανδρέα Καμπά. Το 1944 μάλιστα, εκδίδει την πρώτη της συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης, που είναι αφιερωμένη στον Ανδρέα, χωρίς η ίδια να ξεκαθαρίζει σε ποιον Ανδρέα αναφέρεται, αυτόν που αφήνει ή αυτόν που ακολουθεί!

Το Δεκέμβριο του 1945 η ίδια με υποτροφία από το Γαλλικό Ινστιτούτο και με συστάσεις από Ελύτη, Εμπειρίκο κτλ. αναχωρεί για τη Γαλλία. Εκεί συνάπτει σχέση με τον Javier Vilato, ανιψιό του Πικάσο και συζούν ως το 1954. Ο Vilato την εισήγαγε στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πρωτοπορίας. Για 15 χρόνια, η ζωή της μοιράζεται μεταξύ Αθήνας και Παρισιού, έως το 1973 που επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα.

Στην Αθήνα εργάζεται ως υπάλληλος στις δημόσιες σχέσεις της Εμπορικής Τράπεζας. Ο χώρος, όμως, αυτός δεν της επιτρέπει να θεμελιώσει το συνταξιοδοτικό της δικαίωμα, με αποτέλεσμα να ακολουθούν μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Αν και το 1979 αιτείται για χορήγηση συντάξεως Λογοτεχνών, αυτό δεν της λύνει το βιοποριστικό της πρόβλημα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζει σε μικρά υπόγεια. Πολλές φορές, μάλιστα βρίσκεται και στους δρόμους. Στις 16 Ιουνίου του 1987, αφήνει την τελευταία της πνοή.

Η Μάτση ως ποιήτρια

Αυτό που χαρακτηρίζει το έργο της είναι η επιμονή της στον υπερρεαλισμό, χάρις τον οποίο μας δίνει ένα ποίημα τελείως σπαραχτικό και αλλοπαρμένο, ως προς τη μορφή κυρίως και επίσης το γεγονός ότι γράφει ποιήματα σε τρεις γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά. Η ίδια μας έχει παραδώσει εννιά ελληνόφωνες συλλογές, με πιο χαρακτηριστικές τον Μάη, Ιούνη και Νοέμβρη και την 7x3(επτά ποιήματα στα ελληνικά, επτά στα γαλλικά και επτά στα αγγλικά). Ο λόγος της είναι σαν σπαράγματα πόνου και έρωτα μαζί, ένα παραλήρημα, αν θα μπορούσαμε να το πούμε. Το λεξιλόγιο της είναι άκρως τολμηρό, ειδικά για την εποχή εκείνη. Δεν μιλάει με υπονοούμενα, ακόμα κι όταν αναφέρεται στο σεξ και το ανθρώπινο σώμα.

Τα ποιήματά της είναι απόλυτα συνδεδεμένα με τη ζωή της. Γι’ αυτό τα θέματα για τα οποία μιλάει, είναι προβλήματα που απασχολούν τη ζωή της. Ο πόνος της, που δεν μπορεί να κάνει παιδί, είναι διάχυτος μέσα στα ποιήματά της κι αυτό θα μπορούσαμε να πούμε είναι το βασικότερο θέμα, από το οποίο προκύπτουν τα υπόλοιπα, δηλαδή ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η γονιμότητα.

Και για του λόγου το αληθές:

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;

Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;

Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες

επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο-ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου-ίσως τη δούνε, ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι-τότε ίσως του δοθούνε,
ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα την φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
μου’φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιάν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να’ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή
Έρωτα, Έρωτα.

 

 

 

 

 

Μέσα από τους στίχους της, λοιπόν, βλέπουμε μία ποιήτρια απόλυτα προσωπική και ερωτική. Δεν διστάζει να τολμήσει ούτε στην έκφρασή της ούτε στην ζωή της. Τολμάει και ζει, όπως αυτή επιθυμεί, αδιαφορώντας για το πώς θα χαρακτηριστεί μέσα στον κόσμο αυτό. Έζησε με έρωτα, αγάπη, πόθο και ηδονή!

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμός:

Μαντώ Δανιηλίδη, Δημοσιογράφος.

Leave a Reply