Ο Μάνος Χατζηδάκης γεννήθηκε την Τετάρτη 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, σε μια εποχή ταραγμένη και ταλαιπωρημένη απ’ όσα είχε αφήσει πίσω του ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Ξάνθη της δεκαετίας του ’20, είχε δεχτεί ένα μεγάλο κύμα προσφύγων, έπειτα από την μικρασιατική καταστροφή, όπως είχε συμβεί και σε άλλες περιοχές της Βορείου Ελλάδος. Αυτό το κράμα ανθρώπων και πολιτισμών, Ελλήνων, Τούρκων και Μικρασιατών προσφύγων, ήταν από τις πρώτες κοινωνικές συνθήκες που αντίκρισε ο γιος του Κρητικού δικηγόρου, Γιώργου Χατζηδάκη, και της Ανδριανουπολίτισσας, Αλίκης Αρβανιτίδου. Ο μικρός Μανώλης που έγινε Μάνος, όπως τον φώναζαν, έδωσε από παιδί δείγματα της εκρηκτικής του προσωπικότητας. Η γνωστή Αρμένισσα μουσικός Αλτουνιάν συνάντησε μια μέρα στο δρόμο τον πεντάχρονο Μάνο, την πήγε στους γονείς του και τους ζήτησε να ξεκινήσει μαθήματα πιάνου μαζί της, ενώ παράλληλα διδάχθηκε βιολί κι ακορντεόν.

Εκτός από την εκ των πραγμάτων σκληρή κοινωνική πραγματικότητα που αντιμετώπισε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ο Μάνος βρέθηκε μπροστά σε άλλες δύο καταστάσεις εξίσου δύσκολες. Το 1932, οι γονείς του χωρίζουν, εξάλλου, όπως ο ίδιος ανέφερε, οι δυο αυτοί άνθρωποι «δε  συνεργάστηκαν ποτέ, πέρα από τη στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου«. Η μητέρα του μετακομίζει με τον επτάχρονο Μάνο και την μικρότερη αδελφή του, Μιράντα, στην Αθήνα. Επιπλέον, ο πατέρας του Μάνου πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, καθώς ταξίδευε για το Μιλάνο το 1938. Ο θάνατος του πατέρα του σε συνδυασμό με τον επικείμενο Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, έφεραν την οικογένεια του Χατζιδάκι αντιμέτωπη με μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Η μητέρα του έφτασε σε σημείο να πουλάει τα προσωπικά τους αντικείμενα. Έτσι, στην τρυφερή ηλικία των 13, ο Μάνος έπρεπε να δουλέψει για να συντηρήσει στοιχειωδώς την οικογένειά του. Εργάστηκε ως βοηθός στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο και σε φωτογραφείο, ως παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ και ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά. Ο ίδιος και η οικογένειά του αντιμετώπισαν όλη αυτήν την περίοδο σιωπηλά και με αξιοπρέπεια, χωρίς κανείς να μάθει για τα οικονομικά τους προβλήματα. Σε ηλικία 15 ετών, επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον τόπο καταγωγής του, την Κρήτη. Έμεινε αρκετά, όσο χρειαζόταν για να τη γνωρίσει, να την μελετήσει και τελικά να τη λατρέψει.

Παρά τις δυσκολίες όμως, δεν εγκατέλειψε ποτέ το πάθος του για την μουσική. Έτσι την ίδια περίοδο ξεκίνησε ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής μ’ έναν σημαντικό μουσικό, τον Μενέλαο Παλλάντιο. Ξεκίνησε επίσης, και μαθήματα φιλοσοφίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ωστόσο δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Το οξύ του πνεύμα του υπαγορεύει να μετατρέψει το όνομά του από Χατζηδάκης σε Χατζιδάκις. Όταν αργότερα τον ρώτησαν για ποιο λόγο γράφει το όνομά του με γιώτα απάντησε «Τα ήτα με παχαίνουν! «.

Παράλληλα, η Ελλάδα είχε μπει για τα καλά στον Δεύτερο Παγκόσμιο και οι Γερμανοί την είχαν κιόλας καταλάβει. Στο διάστημα της γερμανικής κατοχής, ο Χατζιδάκις έδρασε αντιστασιακά. Ασπάστηκε τις ιδέες της ΕΠ.Ο.Ν, μιας αντιστασιακής, αντιφασιστικής οργάνωσης – μέλους του Ε.Α.Μ. Μάλιστα ένα βράδυ, ενώ βρισκόταν με μέλη της Αριστεράς, σε μια συμπλοκή με ταγματασφαλίτες χτυπήθηκε στο στόμα με πιστόλι και έχασε τα μπροστινά του δόντια τα οποία επέμενε να μην αντικαθιστά για πολλά χρόνια. Απ’ αυτό το περιστατικό απέκτησε και την ιδιαίτερη προφορά του, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ομιλίας του. Ωστόσο, απομακρύνθηκε από την Αριστερά γιατί διαπίστωσε το χάσμα που τον χώριζε με το ΚΚΕ, όπως έλεγε.

Το  1940, όταν το ρεμπέτικο είχε ήδη αρχίσει να ασκεί τη γοητεία του στον Μάνο Χατζιδάκι, είχε επισκεφθεί το ρεμπετάδικο που τραγουδούσε ο Μάρκος Βαμβακάρης. Ο Μάνος, παιδί μεγαλοαστικής οικογένειας, ήταν εύκολος στόχος διαφόρων «νταήδων» που σύχναζαν εκεί. Έτσι, με την πρώτη του κιόλας επίσκεψη μπλέχτηκε σε καβγά από τον οποίο τον έσωσε ο ίδιος ο Βαμβακάρης, ο οποίος στο εξής τον κάθιζε πάντα κοντά του. Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με το Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο τους συνέδεσε φιλία που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Πρώτη φορά σύστησε το ταλέντο του στο κοινό παίζοντας σε νοσοκομεία για τους τραυματίες του Αλβανικού Μετώπου.  Το 1944 κάνει το ντεμπούτο του ως συνθέτης στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού. Έτσι εγκαινιάζεται μια περίοδο συνεργασίας με το Θέατρο Τέχνης η οποία διήρκεσε περίπου 15 χρόνια και ήταν μια από τις παραγωγικότερες περιόδους στη ζωή του. Στη διάρκειά της καλλιτεχνικής του πορείας συνέθεσε την μουσική πολλών θεατρικών έργων, μεταξύ των οποίων «Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα, «Γυάλινος Κόσμος», «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς και «Αντιγόνη» του Ζαν Ανουίγ. Εκεί παρακολούθησε, επίσης, και μαθήματα υποκριτικής με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Ωστόσο, ο Κάρολος Κουν τον απέτρεψε, λέγοντας του πως καλύτερα για ΄κείνον θα ήταν να επικεντρωθεί στη σύνθεση μουσικής. Έτσι σταμάτησε τα μαθήματα υποκριτικής. Μέχρι το τέλος της Κατοχής είχε σταματήσει και τα μαθήματα μουσικής. «Συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα μου ήταν» έγραφε. «Με απομακρύνουν ύπουλα από τους αρχικούς μου στόχους«.

Νέος ακόμη, είχε εκμυστηρευτεί στο στενό του φίλο, τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, ότι ήθελε να βάλει μουσική σε μερικούς στίχους του Καβάφη και πως ντρεπόταν να το κάνει. Οι στίχοι έλεγαν:

» Πολίτου έντιμου υιός- προ πάντων ευειδής 

έφηβος του θεάτρου- ποικίλως αρεστός 

ενίοτε συνθέτω εν γλώσση ελληνική 

λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ 

πολύ κρυφά εννοείται- θεοί! να μην τους δουν 

οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες- 

στίχους της ηδονής της εκλεκτής, που πηαίνει 

προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.»

 

«Γιατί η αγάπη να είναι άγονη κι αποδοκιμασμένη;«, τον ρώτησε ο Κούνδουρος. Ο Χατζιδάκις τότε του μίλησε για την ερωτική του κλίση. Του εξομολογήθηκε πως ήταν ομοφυλόφιλος. Το είχε συνειδητοποιήσει από μικρός κι έβαζε χαλίκια στα παπούτσια του για να νιώθει τον πόνο και να κρύβει τη θηλυπρέπειά του. Μια φορά, απελπισμένος από τη κοινωνία, ζήτησε τη βοήθεια ενός αστυφύλακα για ν’ απαλλαγεί από μικροαστικά πειράγματα του τύπου «Ψιτ εσύ, καλέ«.

Στο μεταξύ, το 1945 γνωρίστηκε με την μετέπειτα καλή του φίλη Μελίνα Μερκούρη στην παράσταση «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα». Έβαλε μουσική στην ταινία «Αδούλωτοι σκλάβοι» (1946) και ακολουθούν συνθέσεις για πλήθος ελληνικών και ξένων ταινιών. Μεταξύ αυτών, η «Στέλλα», η «Κάλπικη Λύρα», η «Μανταλένα», το «America-America» και το «Sweet Movie», μια αρκετά προκλητική για την εποχή ταινία. Το 1949 έδωσε την περίφημη διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, στην οποία αναγνώριζε την αξία του λαϊκού τραγουδιού και τόνισε την αυθεντικότητα και τα ίχνη ελληνικής παράδοσης που ο ίδιος εντόπιζε σ’ αυτό. Πριν τον πόλεμο, στην Ελλάδα επικρατούσαν τα νεοφερμένα δυτικά άσματα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτά σιώπησαν και μόνο το ρεμπέτικο ήταν σε θέση να εκφράσει τον πόνο των ανθρώπων. Η διάλεξη αυτή προκάλεσε τις αντιδράσεις των κριτικών που τον «χτύπησαν» αλύπητα αλλά και του  κοινού της Αθήνας που περιφρονούσε το ρεμπέτικο. Δεν τον ένοιαζε όμως, τον γοήτευε το περιθώριο στο οποίο είχε εντάξει η αστική Αθήνα τα ρεμπέτικα, τον έθελγαν «τα underground της Ελλάδας», όπως τα αποκαλούσε

Το 1950 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του «Ελληνικού Χοροδράματος» της Ραλού Μάνου και συνθέτει μουσική για τις «Χοηφόρες» με πρωταγωνίστρια την Μαρίκα Κοτοπούλη. Το παράτολμο αυτό εγχείρημα ήταν πρωτοβουλία της ίδιας της τραγωδού. Μέχρι τότε τη σύνθεση μουσικής για έργα της αρχαιότητας αναλάμβαναν αποκλειστικά συνθέτες με ακαδημαϊκή εκπαίδευση, και ο Χατζιδάκις δεν είχε ολοκληρώσει ούτε τα μαθήματα που είχε ξεκίνησε. Όμως, η ακαδημαϊκή εκπαίδευση είναι απλά ένας επιφανειακός τίτλος σπουδών, όπως πολλοί παραδέχονται, ο Μάνος διέθετε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Η σαφής επιτυχία του, του έδωσε την ώθηση να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του στο αρχαίο θέατρο, συνθέτοντας έργα για τις παραστάσεις «Μήδεια», «Βάκχαι», «Λυσιστράτη», «Θεσμοφοριάζουσες», «Εκκλησιάζουσες», «Όρνιθες» και πολλά άλλα. Ταυτόχρονα, συνεργάζεται και με το Εθνικό Θέατρο στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νυκτός», στον «Οθέλλο», στο «Βασιλιά Ληρ».

Το 1959 βραβεύεται από το Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ, βραβείο που κερδίζει και τον επόμενο χρόνο. Το 1960 επίσης κερδίζει το πρώτο βραβείο μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την μουσική του στο «Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου. Ήταν τότε που ξεκίνησε και τη σύνθεση μουσικής για την ταινία του Ζυλ Ντασέν, «Ποτέ την Κυριακή», με πρωταγωνίστρια την Μελίνα Μερκούρη. «Τα παιδιά του Πειραιά», το τραγούδι της ταινίας, προέκυψε τυχαία λόγω της πίεσης που του άσκησαν οι συντελεστές.

Παρόλα αυτά, το 1961 κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού. Ο Χατζιδάκις το περιφρόνησε από την πρώτη στιγμή κι αρνήθηκε να παραστεί στη βράβευση. Μάλιστα, η Κατίνα Παξινού του δάνεισε το δικό της για την καθιερωμένη φωτογραφία μ’ αυτό. Όταν η Αμερικανική Ακαδημία του το απέστειλε, ο Χατζιδάκις το πέταξε στα σκουπίδια, απ’ όπου το μάζεψε τελικά η αδελφή του. Στην πραγματικότητα, ο Χατζιδάκις έπληττε και έφριττε με την μουσική για κινηματογράφο. Ο Φίνος τον κλείδωνε με τις ώρες στο στούντιο ώστε να καταφέρει να τελειώσει την μουσική για τις ταινίες του. Ο Χατζιδάκις θεωρούσε πως η μουσική για ταινίες που έγραφε δεν του επέτρεπε να έχει τη σχέση που ήθελε με το κοινό. Έψαχνε συστηματικά τρόπους να απομακρύνει από κοντά του τους «ανεπιθύμητους», αλλά όπως έλεγε, δεν τα κατάφερε. Έτσι, ενώ τα «Παιδιά του Πειραιά» συγκαταλέγονται ανάμεσα στα εμπορικότερα τραγούδια του 20ου αιώνα, ο Χατζιδάκις προσπάθησε να το αποτινάξει από πάνω του ως το τέλος της ζωής του. Πούλησε τα δικαιώματα κι έχασε πολλά κέρδη, καθώς δεν περίμενε σε καμία περίπτωση την τεράστια επιτυχία του. Η Μελίνα Μερκούρη συνήθιζε να λέει ότι το τραγούδι αυτό «μπορεί να είναι ορφανό από πατέρα, αλλά έχει μάνα» με τον Χατζιδάκι να της απαντά «Σε συγχαίρω γι’ αυτή την υιοθεσία».

Το 1961 γράφει τη μουσική της «Κλέφτρας του Λονδίνου». Ακολουθεί η παράσταση «Οδός Ονείρων», ένα αριστούργημα του ελληνικού μουσικού θεάτρου. «Ήρθα για να σας δείξω ο ίδιος την οδό Ονείρων», έλεγε. Μια μέρα τον κάλεσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο γραφείο του, «Είμαι οπαδός σου», του δήλωσε, «Εσύ;» Ο Χατζιδάκις δεν απάντησε αλλά σκέφτηκε «Θα μπορούσα να γίνω». Έτσι εγκαινιάστηκε μια φιλία η οποία άντεξε και κατά την περίοδο της χούντας οπότε ο Καραμανλής αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι και ο Χατζιδάκις διέμενε στην Αμερική.

Επίσης, χρηματοδότησε το διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του ιδρύματος Δοξιάδη και το 1963 ίδρυσε την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών, της οποίας ανέλαβε και τη διεύθυνση μέχρι το 1966 οπότε κι έφυγε για την Αμερική. Εκεί επρόκειτο να ανέβει στο Broadway η θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή», ονομαζόμενη «Ilya Darling». Τον επόμενο χρόνο στην Ελλάδα επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, την οποία ο Χατζιδάκις πολέμησε σθεναρά, όχι με την ίδια πυγμή της φίλης του Μελίνας, αλλά με το ίδιο πάθος. Έλεγε για την κυβέρνηση της χούντας σε επιστολή στον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, «Η αγανάκτηση μου έχει φτάσει σ’ ένα σημείο που θα ησυχάσω μόνο σαν τους δω κρεμασμένους στο Σύνταγμα, τους σημερινούς παράγοντες και κυβερνήτες «.  Παρόλα αυτά κατηγορήθηκε ως χουντικός λόγω μιας φωτογραφίας του με τον Μακαρέζο, η οποία τραβήχτηκε όταν συναντήθηκαν με σκοπό το διακανονισμό ενός χρέους του Χατζιδάκι και που φημολογείται ότι ήταν παγίδα για να στηριχθεί αυτή ακριβώς η κατηγορία. Έμεινε στην Αμερική μέχρι το 1972, στο διάστημα αυτό συνέθεσε το άλμπουμ «Reflections», το οποίο ηχογράφησε με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble και επίσης, ηχογράφησε «Το χαμόγελο της Τζοκόντα», ένα έργο που εμπνεύστηκε από μια άγνωστη στη Νέα Υόρκη. Επίσης, ξεκίνησε τη σύνθεση του «Μεγάλου Ερωτικού», ενός από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του, της «Εποχής της Μελισσάνθης» και τριών λιμπρέτων. Ο ίδιος χαρακτήρισε τους λόγους που τον έκαναν να μείνει στην Αμερική αυτά τα χρόνια «καθαρά εφοριακούς». Είχε προκύψει ότι όφειλε στο ελληνικό δημόσιο 3,5 εκατομμύρια δραχμές κι εργάστηκε για να το αποπληρώσει. Όταν εξόφλησε το χρέος του, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1972.

Με την επιστροφή του ιδρύει το «καφωδείον Πολύτροπον», το οποίο διατήρησε μέχρι την πτώση της χούντας. Θεωρούσε πως ο λαός θα εκτόνωνε τότε τα συσσωρευμένα συναισθήματα τόσων ετών και θα ξεκινούσε «η εποχή των γηπέδων» γι’ αυτό και το έκλεισε. Την εποχή εκείνη γνώρισε το Γιώργο Θεοφανόπουλο. Ένα παιδί δώδεκα ετών που μόλις είχε χάσει τους γονείς του. Ανάμεσα στον Μάνο και στον Γιώργο αναπτύχθηκε μια πολύ τρυφερή σχέση. Ο Μάνος αποφάσισε να τον υιοθετήσει. Του έδωσε τ’ όνομά του και τον κατέστησε αποκλειστικό κληρονόμο της περιουσίας του. Παράλληλα ανέλαβε σημαντικές θέσεις σε κρατικούς θεσμούς με την αμέριστη συμπαράσταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

To 1975 διορίστηκε αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής και διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και του Τρίτου Προγράμματος του Κρατικού Ραδιοφώνου μέχρι το 1982. Ο Μάνος καθόριζε το περιεχόμενο του προγράμματος και σε εβδομαδιαία βάση σχολίαζε την επικαιρότητα. Τα διάσημα «Σχόλια του Τρίτου» είχαν προκαλέσει αντιδράσεις τόσο στην κοινωνία όσο και στην κυβέρνηση.

Εν τω μεταξύ, το 1979 είχε καθιερώσει τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια της Κρήτης, το 1980 τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο και το 1981-1982 τους «Μουσικούς Αγώνες» στην Κέρκυρα. Το 1985 ίδρυσε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος» κι ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Το Τέταρτον» του  Γιώργου Κοσκωτά. Επρόκειτο για ένα περιοδικό που έφερε μια μικρή επανάσταση στο χώρο του Τύπου, σχολιάζοντας πολιτιστικά θέματα από την πολιτική τους σκοπιά.

Ο Μάνος είχε από καιρό ξεκινήσει να καταφέρεται εναντίον φαινομένων λογοκρισίας, ελέγχου του Τύπου και μεροληψίας υπέρ κομμάτων, προσώπων και ιδεολογιών, στα οποία έδωσε και όνομα «Αυριανισμός» (από την εφημερίδα Αυριανή που του ασκούσε πολεμική). Το αποκορύφωμα ήταν όταν το 1987 διέκοψε συναυλία που έδινε με τον Σταύρο Ξαρχάκο και τη Νάνα Μούσχουρη για να επιτεθεί σε μέσα του Τύπου που ευδοκιμούσαν και στη συνέχεια να εκφράσει την επιθυμία του να κλείσει η εφημερίδα «Αυριανή» κατηγορώντας την ως φασιστική. Ένας πόλεμος ξέσπασε τότε εναντίον του Χατζιδάκι που τον βρήκε μόνο του απέναντι σε όλους. Με χυδαιότητες, αθυροστομία και λαϊκισμό, η «Αυριανή» παρέδωσε μαθήματα Κίτρινου Τύπου, ειρωνεύονταν τις σεξουαλικές του προτιμήσεις με αναφορές όπως:  «Όλοι εναντίον του Μ. Χατζιδάκι», «Ξαναχτύπησε ο κίναιδος που ένας Θεός ξέρει πόσα παιδιά έχει καταστρέψει με τα χρήματά του» ή «Παρακαλείται ο κ. Μάνος Χατζηδάκης να περάσει από την «Αυριανή» για να πάρει ένα καλάθι σύκα… που του αρέσουν πολύ».

To 1989 ίδρυσε την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», την οποία διηύθυνε ως το 1993, έπειτα η υγεία του δεν του το επέτρεπε να συνεχίσει. Την ίδια χρονιά υπεβλήθη σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιά στο Λονδίνο, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Ένα χρόνο μετά, στις 15 Ιουνίου 1994 έπαθε έμφραγμα και μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου στις 19:35 αφήνει την τελευταία του πνοή από πνευμονικό οίδημα.

Την επομένη έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία, όπως ο ίδιος το ήθελε. Στο κοιμητήριο της Παιανίας, χωρίς κάμερες και πολιτικούς, χωρίς λαϊκά προσκυνήματα και δημόσιες δαπάνες, ήσυχα. Άλλωστε, ο ίδιος είχε διαπιστώσει από νωρίς την ανακούφιση που επιφέρει στο κοινωνικό σύνολο ο θάνατος μιας προσωπικότητας. «Ο θάνατος μιας αληθινής και δυνατής για τον τόπο φυσιογνωμίας, είναι όπως και να το κάνουμε ανακουφιστικός. Γι’ αυτό και το γιορτάζουν τόσο η Πολιτεία και ο λαός, τιμώντας τον, αυτόν τον τόσο επιφανή θανόντα. Όλοι σκέπτονται: επιτέλους, δε θα προχωρήσει άλλο, κι ακόμη θα μπορέσουμε να αποσιωπήσουμε ό, τι μας ενοχλεί, θα παρερμηνεύσουμε ό, τι μας ξέφυγε, θα εκμεταλλευτούμε τις ασάφειες και την πνευματική ανεπάρκεια των πολιτών. Θα του κατασκευάσουμε μνημείο στα μέτρα μας: Ακίνδυνο.», σημείωνε εύστοχα. Ο τάφος του, έχει μόνο χαραγμένους τους στίχους του Νίκου Γκάτσου: «Το πανηγύρι ετούτο θα τελειώσει. Όμως μαγεμένος θα ‘ναι ο κόσμος, η καρδιά κι ο νους. Μ’ ένα τραγούδι ανοίγει πάντα ο δρόμος για τους ουρανούς». Αυτός ήταν ο Χατζιδάκις, ο αριστερός της δεξιάς. Ο ομοφυλόφιλος που φερόταν αντρίκεια. Ο ανεπιτήδευτα ξεχωριστός. Ο Μάνος!

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου