Βιογραφικό Σημείωμα

 

Ο Δημήτρης Λιαντίνης υπήρξε συγγραφέας, παιδαγωγός, φιλόσοφος και ποιητής. Διατέλεσε αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της αγωγής και της Διδακτικής των Ελληνικών μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μέχρι το 1998. Γεννήθηκε το 1942 στην Κοινότητα Πολοβίτσας του Νομού Λακωνίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Νικολακάκος και το άλλαξε σε Λιαντίνης από τη γενέτειρα του, το χωριό Λιαντίνα της Λακωνίας.

Το 1960 ολοκλήρωσε την μαθητεία του  στο εξατάξιο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Συνέχισε τις σπουδές του στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία βγήκε πτυχιούχος το 1996. Από το 1968 μέχρι το 1970 εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση στους Μολάους Λακωνίας. Από το 1970 μέχρι το 1972 βρέθηκε στο Μόναχο για να συνεχίσει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της πόλης με αντικείμενο τη γερμανική γλώσσα ενώ παράλληλα δίδασκε στο ιδιωτικό ελληνικό σχολείο Otto Gesellschaft. Μελετά αδιάκοπα τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ενώ υπήρξε και μέλος του σωματείου «Οδύσσεια», που υποστήριζε την καύση των νεκρών, σύμφωνα με τα πρότυπα της αρχαιότητας.  Από το 1973 μέχρι το 1975 υπηρέτησε εκ νέου στη Μέση Εκπαίδευση στις Θεσπιές Βοιωτίας και την περίοδο 1974-1975 στο Γυμνάσιο Αρρένων στη Θήβα. Το 1975 διορίστηκε βοηθός στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1977 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα με εισηγητή τον καθηγητή της Φιλοσοφίας Ευάγγελο Μουτσόπουλο από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό «άριστο» και θέμα «Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Duino του Ράινερ Μαρία Ρίλκε».

Από το 1975 μέχρι το 1998 ήταν βοηθός, επιμελητής, λέκτορας, επίκουρος καθηγητής και αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της Αγωγής, Παιδαγωγική και Διδακτική στο Τμήμα Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας και Παιδαγωγικά στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την περίοδο 1978-1979 με εκπαιδευτική άδεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης φιλοσοφία και συγχρόνως δίδασκε σε εντεταγμένο ελληνικό σχολείο στο Λουντβισχάφεν.

Εκτός του Πανεπιστημίου στην Ελλάδα δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στη Μετεκπαίδευση των δασκάλων, στα ΠΕΚ Κηφισίας, Περιστερίου και Πειραιά και στη Σχολή της Αστυνομίας. Έχει δώσει διαλέξεις στη Ναυτική Σχολή Πολέμου και στη στρατιωτική Σχολή Υγειονομικού.

Έγραψε βιβλία φιλοσοφικού συλλογισμού με ιδιαίτερη προσωπική χαρακτηριστική ποιητική γραφή, αλλά ακριβολόγο πνεύμα. Το συγκεκριμένα τα έργα του είναι τα εξής:

Έξυπνον Ενύπιον (1977), ερμηνεύει φιλοσοφικά και σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα τις ελεγείες του Ντούινο του Ρίλκε.

Χάσμα σεισμού (1977), ερμηνεύει φιλοσοφικά το έργο του Δ. Σολωμού. Για το έργο αυτό έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1978.

Ίδε ο άνθρωπος (1979) του Νίτσε. Απόδοση στην ελληνική με προλογισμό. Ο Λιαντίνης αναφερόμενος στη μεταφραστική του εργασία χρησιμοποιεί το ρήμα «ελλήνισε».

Ο Νηφομανής (1982), εδώ αναλύεται η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη με φιλοσοφικές συντεταγμένες.

Homo educandus (1984), σ’ αυτό το έργο διαπραγματεύεται την φιλοσοφία της αγωγής.

Πολυχρόνιο (1987), εξετάζει τη φιλοσοφία της στοάς και την επίδραση της στην πολιτική παιδαγωγική της Ρώμης.

Διδακτική (1989), παιδαγωγικό εγχειρίδιο αρχών και μεθόδων της διδακτικής, προορισμένο  για τους φοιτητές.

Τα Ελληνικά (1992), αναφέρεται στη διδακτική των νέων και των αρχαίων ελληνικών, κυρίως της λογοτεχνίας, με κριτήρια για την αποτίμηση του ποιητικού έργου, και προορίζεται για εκπαιδευτικούς. Περιέχει ενδεικτικό κατάλογο κειμένων τα οποία πρέπει να κατέχει ο εκπαιδευτικός για προσωπική του κατάρτιση.

Γκέμμα (1997), το τελευταίο και από τα πιο σημαντικά του έργα περιέχει 16 αυτόνομα κεφάλαια με κυρίαρχα το περί Θεού ερώτημα, τη συνείδηση του «ελληνοέλληνα» και το πρόβλημα του θανάτου στη σύζευξη του με τον έρωτα.

Έργα που εκδόθηκαν μετά τον θάνατο του από τους κληρονόμους του είναι Οι ώρες των άστρων (2006), μια ποιητική συλλογή που εκδόθηκε από την σύζυγο του με Προλόγισμα της ίδιας.

 

Η προσωπική του ζωή και η μυστηριώδης εξαφάνιση του

 

Το 1972 γνώρισε στο Μόναχο και το 1973 παντρεύτηκε τη Νικολίτσα Γεωργοπούλου, καθηγήτρια της Εισαγωγικής στη Φιλοσοφία και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την 1-6-1998 ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε από την οικογένεια και το πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Εκείνο το πρωί φεύγει από το σπίτι του στην Ν. Κηφισιά. Στο γραφείο του έχει αφήσει ένα γράμμα για την κόρη του Διοτίμα στο οποίο γράφει τα εξής:

 

«Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα – βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.

Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι.

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχονται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει…

Έζησα έρημος και ισχυρός.

Λιαντίνης

 

Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή

Να στεφανωθούν οι μορφές**

Σολωμού στη Ζάκυνθο κ’ Λυκούργου

Στη Σπάρτη.»

 

Το 1998 ήταν η 14η φορά που ο Λιαντίνης ανέβαινε στον Ταΰγετο. Το προηγούμενο βράδυ της εξαφάνισης του είχε διαβάσει το βιβλίο «Η ζωή εν τάφω» του Στρ. Μυριβήλη.

Ο Λιαντίνης ταξίδεψε στην Σπάρτη, άφησε το αυτοκίνητο του κοντά στη βιβλιοθήκη της πόλης και πήρε ένα ταξί με προορισμό τον Ταΰγετο. Στον ταξιτζή είπε ότι θα συναντούσε κάποιους Γερμανούς στο ορειβατικό καταφύγιο του βουνού.

Εκείνη την ημέρα τα ίχνη του εξαφανίστηκαν. Μόλις η γυναίκα του βρήκε το γράμμα, ενημέρωσε τις αρχές αναφέροντας πως φοβόταν για τη ζωή του, καθώς σκεφτόταν από καιρό τον θάνατο του.

Οι αστυνομικοί έστρεψαν τις έρευνες τους στην περιοχή της Σπάρτης.

Ορειβάτες από τη Λακωνία και αστυνομικοί ανέβηκαν στον Ταΰγετο, αλλά δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν. Δύο μέρες μετά την εξαφάνιση του δύο μαθητές του στεφάνωσαν το άγαλμα του Λυκούργου και του Σολωμού στη Σπάρτη και στην Ζάκυνθο αντίστοιχα, όπως ζητούσε στο γράμμα του.

Η εξαφάνιση του απασχόλησε τα μέσα της εποχής και όχι άδικα. Πολλοί προβληματίστηκαν με την περίπτωση του χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζουν τι είχε σχεδιάσει ο ίδιος ο Λιαντίνης με την εξαφάνιση του. Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως ένας άνθρωπος παράτησε τη ζωή του και προετοίμασε με λεπτομέρεια, όπως αποδείχτηκε, τον θάνατο του. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να γνωρίζει τις βαθύτερες σκέψεις του;

Ο Λιαντίνης ήταν ένας καθηγητής που είχε καταφέρει να κερδίσει την αγάπη των φοιτητών του Πανεπιστημίου. Είχε το χάρισμα αυτό. Όταν παρέδιδε μάθημα το αμφιθέατρο ήταν πάντα γεμάτο, κάτι που δεν είναι πάντα αναμενόμενο στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, και όλοι τον άκουγαν με προσοχή. Μιλούσε για την παρακμή της σημερινής κοινωνίας, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες, για τη θεώρηση του θανάτου και την ποίηση.

Εκτός από την ακαδημαϊκή του καριέρα, έγραφε βιβλία φιλοσοφικού περιεχομένου και όχι μόνο, και ήταν λάτρης της ποίησης. Μελετούσε τα έργα του Σεφέρη, του Σολωμού, του Ελύτη και των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Έως την ημέρα που εξαφανίστηκε, ο Λιαντίνης ήταν καθηγητής στο Παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου.

Το θρύλερ με την εξαφάνιση του συνεχίστηκε για επτά ολόκληρα χρόνια μέχρι που τον Ιούλιο του 2005, η σωρός του βρέθηκε κοντά στην κορυφή του Προφήτη Ηλία στον Ταΰγετο στην περιοχή που τον είχαν δει τελευταία φορά ζωντανό.

Ο καθηγητής είχε κρυφτεί σε μια κοιλότητα του εδάφους που ήταν φραγμένη από πέτρες και ήταν αδύνατο να εντοπιστεί από τις αρχές.

Το σημείο που άφηνε την τελευταία του πνοή το είχε βρει σε μια ανάβαση του στο βουνό το 1994.

Ο άνθρωπος που ανακάλυψε το μέρος που βρισκόταν η σωρός του καθηγητή ήταν ο συγγενής του Παναγιώτης Νικολακάκος, ο οποίος οδήγησε στη σπηλιά την κόρη του με τον σύζυγο της. Η ανακάληψη του δεν ήταν τυχαία. Ήταν ο μοναδικός που γνώριζε που βρισκόταν ο Λιαντίνης, αλλά είχε υποσχεθεί στον καθηγητή ότι δεν θα αποκάλυπτε μέχρι να περάσουν επτά χρόνια.

Ο ιατροδικαστής που εξέτασε τον σκελετό δεν κατάφερε να εντοπίσει τα αίτια ούτε την ακριβή ημερομηνία θανάτου, αλλά κατέληξε με απόλυτη βεβαιότητα ότι ήταν ο καθηγητής. Όπως ανέφερε ο ίδιος στο γράμμα προς την κόρη του, όλη του την ζωή ετοίμαζε το θάνατο του και ήταν αποφασισμένος να πεθάνει όπως εκείνος επιθυμούσε, «όρθιος, στιβαρός και περήφανος». Η ίδια του η σύζυγος μέχρι και σήμερα δεν αποδέχεται τον θάνατο του συζύγου της. Όπως φαίνεται και από την ιστιοσελίδα που διαχειρίζεται η ίδια, δεν χρησιμοποιεί πουθενά την λέξη θάνατος για τον σύζυγο της. Τον θεωρεί ακόμη και σήμερα αγνοούμενο και όχι νεκρό παρά το πόρισμα του ιατροδικαστή.

 

Ερμηνεία της προσωπικότητας του

 

Πολλοί προβληματισμοί έχουν γεννηθεί για την προσωπικότητα του Λιαντίνη, το βέβαιο είναι ότι η επαφή του με την Γερμανική Φιλοσοφία ξύπνησε μέσα του την αρχέγονη κατάσταση της ψυχής και αισθάνθηκε την ανάγκη να αναζητήσει το νόημα της ζωής μέσα στα άδυτα της ψυχής. Το περιεχόμενο των ιδεών του προέρχεται από τις ιδιότητες που κληρονόμησε από μια βαθύτερη και ευρύτερη επικράτεια την οποία ο Γιουνγκ έχει ονομάσει συλλογικό ασυνείδητο. Σε αυτή την φιλοσοφία του Γιουνγκ θα πρέπει κανείς να εντρυφήσει κανείς για να καταλάβει τον ψυχισμό του Λιαντίνη.

Όταν ο Λιαντίνης ήρθε σε επαφή με τη Γερμανική φιλοσοφία, από υμνητής της ζωής, έγινε ο υπερασπιστής και στοχαστής του θανάτου που είναι ανάγκη και πάθος. Ο θάνατος έγινε το κορυφαίο νόημα. Πίστεψε ότι η ζωή του φιλοσόφου είναι η μελέτη του θανάτου, και ότι θα πρέπει να έχει την προσδοκία και προετοιμασία της μεταθανάτιας ζωής, εκεί όπου θα συναντήσει τους αθανάτους. Αυτοί οι αθάνατοι για τον Λιαντίνη είναι αυτοί που αφήνουν μια μεγάλη υστεροφημία, όπως ο Νίτσε, ο Γκαίτε και άλλοι, γιατί ο ίδιος πίστευε ότι η μόνη μορφή αθανασίας είναι η υστεροφημία. Ενάντια σε αυτό που πίστευε ότι μετά τον θάνατο δεν υπάρχει τίποτα, έπρεπε να υπάρχει κάτι κι αυτό ήταν η υστεροφημία ως τρόπο δικαίωσης της ύπαρξης. Δεν είναι τυχαίο ότι διάλεξε να πεθάνει μέσα σε μια σπηλιά, σε ένα σημείο που το λούζει πάντα ο ήλιος. Ο Λιαντίνης δεν αγαπούσε την ζωή, αγαπούσε την αθανασία και πίστευε ότι μπορούσε να το πετύχει με το να σχεδιάσει έναν αθάνατο μύθο.

Οι συγγενείς του σεβάστηκαν την επιθυμία του. Ο Λιαντίνης άφησε πίσω του σπουδαίο έργο από βιβλία και χειρόγραφα. Για τους μαθητές και τους συναδέλφους του ήταν ένας από τους καλύτερους καθηγητές που πέρασαν από τα έδρανα του πανεπιστημίου. Αυτοί ήταν οι φανατικοί υπερασπιστές του αλλά υπάρχουν και οι άλλοι που διαφωνούν απόλυτα με τις θέσεις του. Πολλές φορές οι δύο αυτές ομάδες έχουν συγκρουστεί. Οι μεν πρώτοι θαύμαζαν την προσωπικότητα του και ας μην συμφωνούσαν πάντα με τις ιδέες του, οι δεύτεροι θεωρούν ανεπίτρεπτο ακόμα και να προφέρει κανείς το όνομα του χωρίς να τον εξυμνεί, είναι τέτοιο το πάθος τους για το πρόσωπο του που τον χαρακτηρίζουν ως μια μοναδική μορφή που δεν έχουμε το δικαίωμα να καταπιανόμαστε με αυτήν και να την αμφισβητούμε. Ο θαυμασμός στο πρόσωπο του φτάνει στα όρια της ειδωλολατρίας. Ο σαγηνευτικός και λόγος του πάνω σε ένα εύστραυστο παραπαίωντα ψυχισμό επιδρά έντονα

Οι θέσεις του για τον έρωτα, σαρκαστικές, μηδενιστικές, – ο ίδιος εξάλλου δεν κοιμήθηκε ποτέ με την γυναίκα του – οι απόψεις του για τους ομοφιλόφυλους, ομοφοβικές παραπέμπουν σε μια άλλη εποχή

Παιδαγωγικός αλλά και αντιπαιδαγωγικός σε πολλά του σημεία.

Αυτό ήταν το επικίνδυνα ελκυστικό σύμπαν του Λιαντίνη.

 

Ο καθηγητής Λιαντίνης ήταν λάτρης της Αρχαίας Ελλάδας και της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της, για τη μελέτη της οποίας αφιέρωσε όλη του την ζωή. Έγραψε για διάφορα θέματα όπως την ηθική, την ζωή και τον θάνατο και την σχέση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Το τελευταίο του και πιο σημαδιακό σύγγραμμα, το «Γκέμα», που το άφησε ως παρακαταθήκη σοφίας στις μελλοντικές γενιές, έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Πολλοί χαρακτήρισαν αυτό το έργο του ως «επικίνδυνη γοητεία της παραφροσύνης». Μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου ανακαλύπτει κανείς μηνύματα ακραία.

Εστίασε στην ανάγκη να ενταχθούν τα αρχαία ελληνικά ήθη και έθιμα στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα καθώς και στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων μιας που φαινόταν ότι δεν τα είχαν καταφέρει στον σύγχρονο τρόπο ζωής τους, ενώ άσκησε κριτική στην φθίνουσα ανθρωπιστική πορεία του Δυτικού πολιτισμού.

 

 Οι απόψεις του

Απόψεις του για τον θάνατο και την ζωή: Ο άνθρωπος δεν βρήκε την βούληση να νικήσει τον θάνατο. Να τον παραδεχτεί, να τον αναγνωρίσει. Να υποταχθεί ευγενικά και περήφανα στο αδυσώπητο φυσικό και στο αδυσώπητο δίκιο του. Και ελύγισε επάνω στο σημείο της τροπής. Έτσι το τρόπαιο το επήρε ο θάνατος. Έβαλε πια τον άνθρωπο μπροστά και τον κυνηγά προτροπάδην. Και τούτος, ο βερεμής τρέχει να του ξεφύγει. Αλλόφρονας, τυφλός, ανεμοπόδαρος. Σπεύδει, με τα φυσικά του σημάδια χαμένα, να κρυφτεί στα καταφύγια.» «Τα καταφύγια του ανθρώπου είναι τα σπήλαια και οι κατάγειες οικήσεις. Είναι οι οπές και τα πέτρινα ρήγματα, οι βαραθρωμοί και οι καταβυθίσεις στα υπόγεια του συναισθήματος και της εμπύρετης φαντασίας του.»

Για τον έρωτα:  «Πιο πλατειά, και πιο μακρυά, και πιο βαθειά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το Ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το είναι και το μηδέν του όντος. Τα δυο μισά και αδελφά συστατικά του.»

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου