Το όνομα του Ο. Ελύτη κατέχει σημαντική θέση όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην παγκόσμια ιστορία της ποίησης. Η ποίησή του συγκίνησε αλλά και ενέπνευσε πολλούς σύγχρονους και μεταγενέστερους ποιητές. Παρουσίασε τις δυσκολίες τις εποχής του, έχοντας κατά βάση μία αισιόδοξη αίσθηση. Δεν ξέχασε την Ελλάδα ούτε ως άνθρωπος ούτε ως ποιητής, καθώς μάλιστα ο «ήλιος ο πρώτος», ο ήλιος της Ελλάδας είναι κυρίαρχος στα περισσότερα από τα ποιήματά του.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Οδυσσέας Ελύτης ή αλλιώς Οδυσσέας Αλεπουδέλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα  γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1911, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του είχε φύγει από τη Λέσβο κι είχε εγκατασταθεί στο Ηράκλειο, όπου ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας. Το 1914 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, μεταφέροντας το εργοστάσιο στον Πειραιά. Έτσι το 1917 βλέπουμε τον Ελύτη να φοιτά στο ιδιωτικό σχολείο «Δ. Ν. Μάκρη». Εκεί φοίτησε επτά χρόνια έχοντας σημαντικούς δασκάλους, όπως τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ιωάννη Θ. Κακριδή. Τα καλοκαίρια ξέφευγε από το αποπνικτικό κλίμα της Αθήνας, επισκεπτόμενος την Κρήτη, τη Λέσβο και τις Σπέτσες.

Στα 1920, όμως, η οικογένεια του Ελύτη βρίσκεται σε κίνδυνο. Τότε είναι που ο Ελευθέριος Βενιζέλος οδηγείται σε πολιτική ήττα. Η οικογένεια Αλεπουδέλη λόγω της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες και τη στήριξη που παρείχε στο κόμμα, έρχεται αντιμέτωπη με διώξεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη φυλάκιση του Παναγιώτη Αλεπουδέλη. Το 1923 προκειμένου να ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση ταξιδεύουν οικογενειακώς, σε πολλά μέρη της Ευρώπης. Έτσι ο Ελύτης έχει την ευκαιρία να επισκεφτεί την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη μάλιστα γνωρίζει και τον εξόριστο πλέον Ε. Βενιζέλο.

Κάπου τότε ξεπροβάλλει η ποιητική ιδιότητα του Ελύτη. Συγκεκριμένα το 1924 μαζί με την εγγραφή του στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών αρχίζει και η συνεργασία του με το περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων». Εκεί δημοσιεύει ποιήματά του, χρησιμοποιώντας μάλιστα μία πληθώρα ψευδωνύμων. Η επαφή του με τη λογοτεχνία, όμως, είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίς, καθώς όπως ομολογεί ο ίδιος ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Την περίοδο αυτή, ο ποιητής μας έχει ακόμα μία ασχολία που του κλέβει την καρδιά, τον αθλητισμό. Ο ίδιος επικεντρώθηκε στην ορειβασία και συμμετείχε μάλιστα ενεργά σε ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής. Το 1925 περίπου ξεκινάει μία άσχημη περίοδος στη ζωή του, καθώς από τη μία πεθαίνει ο πατέρας του, γεγονός που τον καταρράκωσε και από την άλλη αναγκάζεται να εγκαταλείψει την ορειβασία, λόγω μιας αδενοπάθειας. Τα άσχημα γεγονότα των τελευταίων τριών χρόνων τον οδήγησαν σε μία νευρασθένεια, η οποία βέβαια δεν θεωρήθηκε κάτι σοβαρό. Μετά από όλα αυτά ο Ελύτης αποφασίζει να στραφεί οριστικά στην λογοτεχνία, απόφαση που συνέπεσε και με την εμφάνιση σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών, όπως της «Νέας Εστίας» και των «Ελληνικών Γραμμάτων».

Συνεχίζει τις σπουδές του ως χημικός, αφού πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου το 1928. Όντας φοιτητής μελετάει το έργο σημαντικών Ελλήνων ποιητών, όπως του Καβάφη και του Κάλβου ενώ παράλληλα στρέφεται και προς τους Γάλλους υπερρεαλιστές. Μάλιστα αυτοί οι τρεις «κόσμοι» είναι που καθόρισαν το έργο του, καθώς μέσα στα ποιήματά του βλέπουμε τη πατριδολατρία του Κάλβου, την ιστορικότητα του Καβάφη αλλά και την ονειρική γραφή του Υπερρεαλισμού.

Χρόνια δημιουργίας

Υπό την επιρροή της λογοτεχνικής του δραστηριότητας, ο Ελύτης το 1930 παρατάει τη χημεία και εγγράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, ο ίδιος όχι μόνο έγραφε εντατικά  αλλά είχε και ενεργή δράση μέσα στους φιλολογικούς κύκλους. Συγκεκριμένα, εκπροσωπούσε τους φοιτητές στα «Συμπόσια του Σαββάτου», στα οποία συμμετείχαν σημαντικοί λογοτέχνες και φιλόλογοι, όπως ο Ιωάννης Συκουτρής. Ταυτόχρονα συνεχίζει να γράφει οδοιπορικά, περιπλανώμενος στα πιο απομακρυσμένα μέρη της Ελλάδας.

Την ίδια περίοδο ο ποιητής βρίσκεται σε δίλημμα για τον αν πρέπει να δημοσιεύει τα έργα του ή όχι, ένα δίλημμα που έχει βασανίσει τους περισσότερους ποιητές. Από το δίλημμα αυτό τον βγάζει ο Γ. Σαραντάρης, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή με τον κύκλο των «Νέων Γραμμάτων». Το περιοδικό αυτό στάθηκε σταθμός για την καριέρα όχι μόνο του Ελύτη αλλά και πολλών άλλων σημαντικών ποιητών, όπως του Σεφέρη και του Εμπειρίκου. Μέσω αυτού, ο ποιητής έρχεται σε επαφή με σημαντικές λογοτεχνικές προσωπικότητες. Έτσι το 1935 γνωρίζεται με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον οποίο χαρακτήρισε ως  «τον  μεγάλης αντοχής αθλητή της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα.». Από κει κι έπειτα ξεκινάει μία δυνατή φιλία ανάμεσα στους δύο ποιητές, που κρατάει πάνω από 25 χρόνια.

Ο Ελύτης άρχισε να δημοσιεύει στα «Νέα Γράμματα» περίπου το 1935. Οι πρώτες δημοσιεύσεις δεν έγιναν από τον ίδιο αλλά από συναδέλφους του, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος ο ποιητής. Στην αρχή αν και ο Ελύτης ζήτησε την απόσυρσή τους, εν τέλει πείστηκε για την δημοσίευσή χρησιμοποιώντας τώρα το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης. Τον επόμενο χρόνο επεκτείνεται και στο χώρο των εικαστικών, παρουσιάζοντας στην «Α’ Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών» πίνακες, τους οποίους δημιούργησε με την τεχνική του κολάζ. Γενικότερα την περίοδο αυτή βλέπουμε τον ποιητή να παρουσιάζει ένα έντονο ενδιαφέρον για το κίνημα του Υπερρεαλισμού, άποψη που ενισχύεται και με τη γνωριμία του με τον Ν. Γκάτσο, γνωστός για την υπερρεαλιστική Αμοργό.

Το 1937 φεύγει για την Κέρκυρα. Από εκεί θα αρχίσει να υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Παρότι, όμως, βρισκόταν στον στρατό κι είχε να αντιμετωπίσει μία δύσκολη πραγματικότητα, δεν ξέχασε τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, καθώς κατάφερε να κρατήσει επαφή μέσω αλληλογραφίας με τον Ν. Γκάτσο και το Γ. Σεφέρη. Μαζί με το χαρτί της απόλυσής του, ήρθε και η καθιέρωση του ως ποιητής με το άρθρο του Μ. Παπανικολάου «Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης», που δημοσιεύτηκε στα «Νέα Γράμματα». Το 1939 εγκαταλείπει οριστικά τις νομικές σπουδές και λίγο  αργότερα τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Προσανατολισμοί.

Ο ποιητής μας δεν πρόλαβε να απολαύσει την καταξίωσή του, καθώς κηρύχθηκε ο πόλεμος του 1940. Ο Ελύτης έζησε από κοντά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, συμμετέχοντας σε μάχες στο Αλβανικό μέτωπο καταταγμένος ως ανθυπολοχαγός. Ήταν ένας πόλεμος που επηρέασε πολύ τον ίδιο και άφησε το στίγμα του σε πολλά έργα του. Γύρισε από τον πόλεμο σώος και αβλαβής και συνέχισε τη λογοτεχνική και φιλολογική του σταδιοδρομία, ακόμα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το 1943 θα εκδώσει τον Ήλιο τον Πρώτο μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα. Πρόκειται για μία συλλογή-ύμνο προς την Ελλάδα. Υμνεί τη φύση της, τον ήλιο της, που είναι πηγή αισιοδοξίας. Ο Ήλιος ο Πρώτος δεν είναι το μοναδικό αισιόδοξο έργο του. Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης του αν και γραμμένο σε μία πολεμική περίοδο προωθεί ένα μήνυμα αισιοδοξίας και χαράς.

Το 1945 ξεκινάει τη συνεργασία του με το περιοδικό «Τετράδιο», στο οποίο κάνει κυρίως μεταφράσεις ποιημάτων. Εκεί θα δημοσιεύσει για πρώτη φορά το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Η ποιητική αυτή σύνθεση αναφέρεται άμεσα στον πόλεμο του 1940 κι όπως διαφαίνεται από τον τίτλο υμνεί τους συμπολεμιστές του στην Αλβανία. Κατά μία άποψη το ποίημα αναφέρεται στον Γ. Σαραντάρη, ο οποίος επίσης πολέμησε στην Αλβανία και πέθανε στον πόλεμο αυτό. Η περίοδος αυτή αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για άλλα έργα του, όπως την «Αλβανιάδα». Τότε περίπου ο Ελύτης διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, έπειτα από σύσταση του Σεφέρη.

 

Το 1948 φεύγει από την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας. Εκεί ασχολείται με την κριτική τέχνης και είχε την τύχη να γνωριστεί με τον Αντρέ Μπρετόν και άλλους σημαντικούς Γάλλους λογοτέχνες αλλά και ζωγράφους όπως τον Πάμπλο Πικάσο. Ταυτόχρονα συνεργάζεται με το BBC. Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα και μετά από κάποια χρόνια ποιητικής σιωπής δημοσιεύει το 1958 κάποια αποσπάσματα από το «Άξιον Εστί». Πρόκειται για ένα από τα γνωστότερα ποιήματα όχι μόνο του Ελύτη αλλά και ολόκληρης της ελληνικής λογοτεχνίας. Είναι ένα ακόμα ποίημα αφιερωμένο στην Ελλάδα, στα πάθη των Ελλήνων αλλά και στο ρόλο του ποιητή απέναντι σ’ αυτό «τον κόσμο τον μικρό τον μέγα». Το έργο αυτό απέσπασε το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Λίγο αργότερα εκδίδει και τις Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό.

Τα επόμενα χρόνια η ζωή του ποιητή είναι γεμάτα από ταξίδια. Ταξιδεύει σε Η. Π.Α, Σοβιετική Ένωση, Ιταλία κ.α. συμμετέχοντας σε διάφορα σεμινάρια, στα περισσότερα εκ των οποίων ήταν ομιλητής. Ένα σημαντικό γεγονός της περιόδου αυτής και συγκεκριμένα του 1964 ήταν η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Μετά τον πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, ο Ελύτης αποστασιοποιείται από τα εγκόσμια, ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ. Μη αντέχοντας την δικτατορία, το 1969 εγκαταλείπει για ακόμα μία φορά την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου ξεκινά την συγγραφή του Φωτόδεντρου. Το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου λίγα χρόνια αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.

Μία σημαντική χρονιά για το έργο του ήταν το 1979, όπου τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα». Μάλιστα είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του κατά την παραλαβή του βραβείου: «…Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών».  Έπειτα του Νόμπελ, ακολούθησαν κι άλλα σημαντικά βραβεία καθώς και μία θέση στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης.  Μετά από αυτή την γεμάτη από λογοτεχνία ζωή του, ο Ελύτης αφήνει την τελευταία του πνοή τον Μάρτιο του 1996 από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα.

 

Όλα αυτά τα χρόνια που ο Ελύτης βρισκόταν στο προσκήνιο, κατάφερε να κρατήσει  μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας την προσωπική του ζωή. Τα λίγα που γνωρίζουμε είναι ότι είχε αδυναμία στην ανιψιά του Μυρσίνη Αλεπουδέλη, η οποία έφερε το όνομα μίας πρόωρα χαμένης αδελφής του. Τελευταία σύντροφος της ζωής του ήταν η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

Λίγα σχόλια για την ποίηση του

Ο Ελύτης ανήκε στη γνωστή γενιά του 1930, μία γενιά που επηρέασε την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Τα έργα του ήταν άκρως μοντερνιστικά και υπερρεαλιστικά. Ένας υπερρεαλισμός, όμως, όχι ακατανόητος και αυτόματος, όπως του Εμπειρίκου αλλά ένας υπερρεαλισμός με νόημα και με επίκεντρο την Ελλάδα. Γενικότερα, το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης του Ελύτη έχει ως επίκεντρο την Ελλάδα, τον ήλιο της, τη φύση της, τους ανθρώπους της. Εξ αυτού προκύπτει και το γεγονός ότι προωθεί ένα μήνυμα αισιοδοξίας, παρότι γραμμένη σε πολεμικές περιόδους. Ωστόσο, προς το τέλος της ζωής του παρατηρούμε ποιήματα, που έχουν ένα τόνο απαισιοδοξίας και άμεσες αναφορές στο θάνατο. Ο Ελύτης φαίνεται ότι δεν φοβήθηκε τον θάνατο, φοβήθηκε τους ανεκπλήρωτους στόχους της ζωής.

Στο σημείο αυτό κάποιοι στίχοι από το «Άξιον Εστί», μπορούν να μας δώσουν μία αντιπροσωπευτική εικόνα της ποίησης του Ελύτη.

Η Γένεσις

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη

                που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες

    κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
            Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας

            δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:

            «Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη

        και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες

            καταπώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου

           τόσο εύλογο το Ακατανότητο

 

 

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου