«Αϊνστάιν, δεν θα καταφέρεις τίποτε στη ζωή σου». Με αυτή τη μονότονη επωδό έκλεινε κάθε σχολικό έτος στην απογοητευτική μαθητική ζωή του Αλβέρτου Αϊνστάιν. Ευτυχώς για εμάς, μια πυξίδα, ένα βιβλίο ευκλείδειας γεωμετρίας και ένα ανώδυνο χαμαλίκι σε γραφείο με πατέντες ήταν αρκετά για να καταπιούν οι Κασσάνδρες τη γλώσσα τους λίγα χρόνια μετά. Σε έναν ταραγμένο από πολέμους, επαναστάσεις, βαρβαρότητες και φανατισμούς 20ό αιώνα, ο Αλβέρτος Αϊνστάιν στάθηκε πάνω απ’ όλα η ενσάρκωση του εφικτού. Χάρη σε αυτόν τον αλλοπρόσαλλο γερμανοεβραίο επιστήμονα, με το μονίμως αφηρημένο βλέμμα, την απείθαρχη κόμη και τη μισοσβησμένη πίπα, βλέπουμε σήμερα τηλεόραση, μιλούμε για το Big Bang, χρησιμοποιούμε λέξεις όπως κβαντοφυσική, σχετικότητα και χωροχρόνος, σχεδιάζουμε μακρινά διαστημικά ταξίδια και αναζητούμε με πάθος «την αλήθεια εκεί έξω».

 

Όταν στις 14 Μαρτίου του 1879 σε ένα σπίτι της μικρής γερμανικής πόλης Ουλμ ο Χέρμαν και η Παουλίνε Αϊνστάιν κράτησαν για πρώτη φορά στην αγκαλιά τους τον πρωτότοκο γιο τους δεν φαντάζονταν ότι χρόνια μετά το στρουμπουλό βρέφος θα θεωρούνταν η ιδιοφυΐα του 20ού αιώνα. Κάθε άλλο· τον θεωρούσαν διανοητικώς καθυστερημένο. Προς μεγάλη τους ανακούφιση ο αδέξιος μπόμπιρας ψέλλισε τις πρώτες του λέξεις σε ηλικία τριών ετών, στα δεκατρία του ήταν βιρτουόζος του βιολιού με έφεση σε κομμάτια Μπαχ, Μότσαρτ και Σούμπερτ, εξακολουθούσε ωστόσο να βγάζει το λάδι των δασκάλων του, που τον «στόλιζαν» σε κάθε ευκαιρία: μέτριο μαθητή τον ανέβαζαν, αργό, τσαπατσούλη και τεμπέλη τον κατέβαζαν.

 

 

Εν τω μεταξύ η οικογένεια Αϊνστάιν είχε μεταναστεύσει στη Βόρεια Ιταλία για δουλειές, αφήνοντας τον νεαρό Αλβέρτο στο Μόναχο. Όταν τα βρήκε σκούρα, με την ασφυκτική σχολική πειθαρχία, τελείωσε όπως – όπως το σχολείο στην Ελβετία και, αφού κατάφερε να αποφύγει τη στράτευση στον ελβετικό στρατό επικαλούμενος πλατυποδία και κιρσούς, γράφτηκε στο φημισμένο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης, για να ειδικευτεί στα μαθηματικά και στη φυσική. Πάντα δημοφιλής στο αντίθετο φύλο, ο νεαρός Αλβέρτος ανακάλυψε στα πανεπιστημιακά έδρανα της Ζυρίχης το μαθηματικό του alter ego στο πρόσωπο της σέρβας συμφοιτήτριάς του Μιλέβα Μάριτς. Δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας που τους ένωσε αλλά η κοινή τους αγάπη στην επιστημονική αναζήτηση. Σε πείσμα της αποδοκιμασίας σύσσωμης της οικογενείας Αϊνστάιν, το ζευγάρι ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας το 1903. Μήνες νωρίτερα είχε γεννηθεί η εκτός γάμου κόρη τους, Λίζερλ, τα ίχνη της οποίας χάθηκαν απότομα -λέγεται ότι υπέκυψε από οστρακιά ή ότι δόθηκε για υιοθεσία. Από τη χλιαρή ένωση τους προέκυψαν άλλα δύο τέκνα, ο Χανς Άλμπερτ, που μετέπειτα ακολούθησε καριέρα υδρολόγου, και ο Εντουαρντ ο οποίος πέθανε εγκαταλειμμένος σε ψυχιατρείο της Ελβετίας, όπου νοσηλευόταν επί σειρά ετών ως σχιζοφρενής.

Ο συμβατικός συζυγικός βίος με τη Μιλέβα δεν άργησε να αποδειχθεί αβάσταχτος. Φιλόδοξη επιστήμων και συνάμα ανασφαλής γυναίκα λόγω μιας αναπηρίας στο πόδι, η κατά τρία χρόνια μεγαλύτερη συμβία του Αϊνστάιν δεν αντλούσε την παραμικρή ευχαρίστηση από τον ρόλο της καλοσυνάτης νοικοκυράς στη σκιά του αεικίνητου επιστήμονα. Απόδειξη η ογκωδέστατη αλληλογραφία του ζευγαριού, που ήρθε πριν από μια δεκαετία στη δημοσιότητα, αφήνοντας σαφής νύξεις ότι η Μιλέβα συμμετείχε ενεργώς στη μετέπειτα διατύπωση των θεωριών του Αϊνστάιν, χωρίς ωστόσο να της αναγνωριστεί ποτέ αυτός ο ρόλος.

Μολονότι επιθυμούσε διακαώς μια πανεπιστημιακή έδρα, ο διπλωματούχος Αϊνστάιν αρκέστηκε σε μια θέση υπαλληλίσκου στο ελβετικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας της Βέρνης. Μακροπρόθεσμα η βαρετή ενασχόληση με βουνά από πατέντες απεδείχθη εξόχως ευεργετική, καθώς απορροφούσε ελάχιστη από τη φαιά του ουσία, αφήνοντάς του άπλετο χρόνο για έρευνα και μελέτη στο γνωστικό του πεδίο. Το 1905 είχε έρθει η ώρα της δικαίωσης. Με μια κίνηση ματ ο Αλβέρτος Αϊνστάιν προχωρεί στην τετραπλή δημοσίευση των ανακαλύψεών του σε περιοδική επιστημονική έκδοση η οποία προκαλεί πάταγο: Με την πασίγνωστη εξίσωση Ε=mc2 αποδεικνύει μαθηματικώς την αλληλένδετη σχέση ύλης και ενέργειας, και καταλήγει με την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, διατυπώνοντας τη σκέψη ότι χώρος και χρόνος δεν αποτελούν απόλυτες σταθερές. Σε ένα βράδυ η νευτώνεια μηχανική πήγε περίπατο. Και αν δεν είχαν διατυπωθεί τόσες ενστάσεις για την ημιτελή «αιρετική» θεωρία, το Νόμπελ Φυσικής θα είχε έρθει νωρίτερα. Ίσως γι’ αυτό και ο ίδιος δεν παραβρέθηκε στην τελετή του 1922, έδωσε ωστόσο το χρηματικό έπαθλο στην πρώτη του σύζυγο, τη Μιλέβα -της το είχε υποσχεθεί χρόνια πριν. Οι δυο τους εν τω μεταξύ είχαν χωρίσει και το 1919 ο Αϊνστάιν νυμφεύθηκε την εξαδέλφη του, Ελζα Λέβενταλ.

 

 

Εν τω μεταξύ ο αεικίνητος «ταξιδευτής του Σύμπαντος» είχε οργώσει την υφήλιο προπαγανδίζοντας τον σιωνισμό και συλλέγοντας πανεπιστημιακές έδρες, ήταν ωστόσο μοιραίο η υπερβολική δημοσιότητα να τον καταστήσει υπ’ αριθμόν 1 στόχο του αντισημιτικού κύματος, που ολοένα φούντωνε στη γενέτειρά του. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την αδιάκοπη επιστημονική μελέτη και τα απανωτά υπερατλαντικά ταξίδια, εξασθένησαν την αδύναμη κράση του και του στοίχισαν την πρώτη σωματική κατάρρευση. Έκτοτε αναγκάστηκε να ακολουθεί αυστηρό διαιτολόγιο και να μειώσει την ένταση της καθημερινότητας. Δεν παραιτήθηκε ωστόσο από την αγαπημένη του ενασχόληση να αλληλογραφεί με σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Φρόιντ, στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι του οποίου δεν μπήκε στον πειρασμό να ξαπλώσει.

Όταν το 1933 ο Αδόλφος Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία, ο Αϊνστάιν βρισκόταν στις ΗΠΑ για διαλέξεις. Αποκήρυξε τον εθνικισμό -«είναι η ιλαρά της ανθρωπότητας»- και δεν έκανε τον κόπο να επιστρέψει ξανά στην πατρίδα. Το Πανεπιστήμιο Πρίνστον στο Νιου Τζέρσι δεν έχασε τότε τη μοναδική ευκαιρία να διεκδικήσει τον αυτοεξόριστο επιστήμονα. Το μόνο που ζήτησε εκείνος ήταν ένα γραφείο, μολύβια, λευκές κόλλες και έναν μεγάλο κάδο απορριμμάτων, «που να χωράει όλα μου τα λάθη». Μόνιμος κάτοικος ενός λιτού διώροφου στον αριθμό 112 της οδού Μέρσερ, ο μεσήλιξ πλέον Αλβέρτος περπατούσε καθημερινώς την ενός μιλίου απόσταση που τον χώριζε από το γραφείο του, βοηθούσε πρόθυμα τα παιδιά της γειτονιάς με τις σπαζοκεφαλιές της αριθμητικής και αναζητούσε τη χαλάρωση σε μοναχικές βαρκάδες με ένα πρωτόγονο πλεούμενο σε κοντινή λίμνη -χήρεψε το 1936.

Οι πρώτες μάχες του Βˈ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκουν τον Αϊνστάιν στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Εν έτει 1944 έγραψε ιδιοχείρως τη Θεωρία της Ειδικής Σχετικότητας και έθεσε το χειρόγραφο σε δημοπρασία, που απέφερε 6 εκατ. δολάρια στην πολεμική προσπάθεια (σήμερα το έγγραφο φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Είχε προηγηθεί στις 2 Αυγούστου του 1939 προσωπική επιστολή του στον πρόεδρο των ΗΠΑ Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ, με την οποία τον πληροφορούσε ότι οι δυνάμεις του Άξονα βρίσκονταν πολύ κοντά στην κατασκευή ατομικής βόμβας. Η έκκλησή του είχε αποτέλεσμα το απόρρητο σχέδιο με την κωδική ονομασία «Μανχάταν», τις επιπτώσεις του οποίου βίωσαν από πρώτο χέρι η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945. Αν και αμέτοχος στη διαδικασία κατασκευής της βόμβας, ο Αϊνστάιν υπέστη σοκ από την είδηση.

Σε μια κρίση ιδεαλισμού -ή μήπως συνείδησης;- βγαίνει στο NBC και προτείνει τη σύσταση παγκόσμιας κυβέρνησης με τη συμμετοχή των υπερδυνάμεων (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Βρετανία), με αποστολή να ελέγξει την κατασκευή ατομικών όπλων. Αντ’ αυτού, αρχίζουν ο Ψυχρός Πόλεμος και το κυνήγι μαγισσών του μακαρθισμού, από το οποίο δεν γλίτωσε ούτε ο ίδιος. Σύμφωνα με στοιχεία που βγήκαν πριν 14 χρόνια στη δημοσιότητα, ο «θείος Αλβέρτος» παρακολουθούνταν επί 20 έτη από το FBI ως ύποπτος κατασκοπείας. Ο φάκελος του υπερέβαινε τις 1.427 σελίδες. Ποτέ δεν βρέθηκε το παραμικρό ενοχοποιητικό στοιχείο σε βάρος του.

Το 1952 ο εξασθενημένος καθηγητής δέχθηκε πρόταση από το νεότευκτο κράτος του Ισραήλ να αναλάβει το ανώτατο αξίωμα της χώρας. Αρνήθηκε ευγενικά με τη φράση: «Η πολιτική είναι εφήμερη. Οι εξισώσεις ανήκουν στην αιωνιότητα». Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αϊνστάιν αποσύρθηκε διακριτικά από το προσκήνιο, εξακολουθούσε, παρ’ όλα αυτά, να μουντζουρώνει με πάθος τον μαυροπίνακα και να απαντά σε επιστολές θαυμαστών. Απέφευγε δημόσιες εμφανίσεις και κατ’ οίκον επισκέψεις προφασιζόμενος αδιαθεσία, και αφιέρωνε ατέλειωτες ώρες προσπαθώντας να φτιάξει το κέφι του καταθλιπτικού παπαγάλου του με ανέκδοτα. Πέρασε την τελευταία ημέρα της ζωής του δουλεύοντας μία ομιλία για την ειρήνη. Εξέπνευσε στη 01:15 τα ξημερώματα της 18ης Απριλίου του 1955 από ρήξη ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής. Ήταν 76 ετών. Οι συγγενείς του σκόρπισαν τις στάχτες του σε άγνωστη τοποθεσία, τηρώντας πιστά την επιθυμία του να μη μετατραπεί ο τάφος του σε αξιοθέατο. Ο αινιγματικός εγκέφαλος του ετέθη στη διάθεση της επιστήμης. Όσο για τις ημιτελείς θεωρίες του, η επιστημονική κοινότητα σηκώνει τα χέρια ψηλά. Απαιτείται, λένε, ένας νέος Αϊνστάιν προκειμένου να ολοκληρωθούν.

 

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου