Το φαινόμενο της παράνομης παιδικής εργασίας υφίσταται αρκετές δεκαετίες και μαστίζει πολλές χώρες του κόσμου. Τα παιδιά έχουν υιοθετήσει το ρόλο του εργάτη από παλαιότερες εποχές λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν (πόλεμος, φτώχεια), οι οποίες καθιστούσαν επιτακτική ανάγκη τη συμβολή τους, ώστε να μοιραστούν τα οικογενειακά βάρη και να υπάρχει ένα ακόμη μεροκάματο μες στο σπίτι.

Η ανάγκη να παρασχεθεί στο παιδί ειδική προστασία εξαγγέλθηκε στη Διακήρυξη της Γενεύης του 1924 για τα δικαιώματα του παιδιού, και στη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του παιδιού, που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση στις 20 Νοεμβρίου 1959 και που αναγνωρίσθηκε στην παγκόσμια Διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στο διεθνές Σύμφωνο για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα (ιδιαίτερα στα άρθρα 23 και 24), στο Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, τα κοινωνικά και τα πολιτιστικά δικαιώματα (ιδιαίτερα στο άρθρο 10) και στο καταστατικό και στα αρμόδια όργανα των ειδικευμένων οργανισμών και των διεθνών οργανώσεων που μεριμνούν για την ευημερία του παιδιού. Πιο ειδικά, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού υιοθετήθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου του 1989. Έως σήμερα έχει επικυρωθεί από 193 χώρες, ενώ δεν την έχουν επικυρώσει δύο, η Σομαλία και οι ΗΠΑ. Η Ελλάδα την επικύρωσε στις 2 Δεκεμβρίου του 1992.

Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερα παιδιά στην Ελλάδα βρίσκονται στους δρόμους και επαιτούν είτε για χρήματα είτε για φαγητό. Συνήθως είναι μικρά παιδιά, ρακένδυτα, καταβεβλημένα, τα οποία πουλάνε χαρτομάντηλα, σκουπίζουν μπαρμπρίζ αυτοκινήτων ή απλά εκτείνουν το χέρι τους περιμένοντας κάποιος να τα λυπηθεί. Πίσω από αυτή την κατάσταση βρίσκονται τις περισσότερες φορές οι ίδιοι οι γονείς, οι οποίοι είναι επαγγελματίες <<ζητιάνοι>> και έχουν υιοθετήσει αυτό τον παρασιτικό τρόπο ζωής ή μεγάλα κυκλώματα διακίνησης ανηλίκων, με απώτερο σκοπό και στις δύο περιπτώσεις την οικονομική εκμετάλλευση των παιδιών με οποιοδήποτε κόστος. Η εκμετάλλευση όμως δε σταματά εκεί. Τα παιδιά αυτά υφίστανται συνήθως ψυχολογική και σωματική κακοποίηση, δίχως να μπορούν να διαμαρτυρηθούν ή να το καταγγείλουν σε κάποιο φορέα, διότι είναι επαπειλούμενα για την ίδια τους τη ζωή. Και πώς να γνωρίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, όταν δεν έχουν πρόσβαση στη μόρφωση και στο αυτονόητο αγαθό της ζωής; Τα παιδιά-επαίτες δε γνωρίζουν ποτέ δυστυχώς την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας, δεν μεγαλώνουν όπως οι υπόλοιποι συνομίληκοί τους, δεν παίζουν , δεν πηγαίνουν σχολείο , δε θα έχουν ποτέ μία φυσιολογική ζωή, γιατί είναι καταδικασμένα να ζουν έτσι, με αντίβαρο την κοινωνία που παραμένει άπραγη, παρατείνοντας ακόμη περισσότερο τον πόνο τους.

Το κάθε κράτος είναι υπεύθυνο να προστατέψει τα παιδιά αυτά, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για τα δικαιώματα των παιδιών, να μεριμνήσει για τη φυσική και ψυχολογική τους προστασία και να διαμορφώσει τις κατάλληλες δομές , ώστε να ζήσουν σε ένα υγιές περιβάλλον. Ακόμη, οι ίδιοι οι πολίτες του κράτους, μπορούν να συμβάλλουν στην εξάλειψη της παιδικής επαιτείας καταγγέλοντας στην αστυνομία περιστατικά παιδικής εκμετάλλευσης. Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, κάποιος μπορεί να απευθυνθεί στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής – Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής ,στο Τμήμα Ανηλίκων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης και στις κατά τόπους Υπηρεσίες Ασφαλείας των Νομών των υπόλοιπων Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.

 

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου