Νοέμβριος 1996. Ο Εβάντερ Χόλιφιλντ ισοφαρίζει το επί σειρά ετών άπιαστο ρεκόρ των τριών παγκοσμίων τίτλων βαρέων βαρών του Μοχάμεντ Αλι. Ο 54χρονος βετεράνος στρέφεται συνοφρυωμένος στη γυναίκα του και ρωτά: «Είπαν ότι είναι ο καλύτερος;». «Όχι, Μοχάμεντ, εσύ είσαι». «Ο μπαμπάς πρέπει να νικήσει τον Χόλιφιλντ» φωνάζει χοροπηδώντας ο πεντάχρονος γιός τους. Ο Αλι δέχεται την πρόκληση: «Θα επιστρέψω στην ενεργό δράση. Θα αρχίσω προπονήσεις. Θα ανακτήσω τη φόρμα μου. Σε έξι μήνες θα είμαι έτοιμος».

Όταν την ίδια χρονιά στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων της Ατλάντας ο Μοχάμεντ Αλι οδηγεί με τρεμάμενα χέρια την ολυμπιακή φλόγα στον τελικό της προορισμό, εκατομμύρια μάτια δακρύζουν. Ο ίδιος δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί το βάρος της περίστασης. Οι οικείοι του τού ανακοίνωσαν την «αποστολή» ημέρες μόλις πριν από την τελετή έναρξης. «Στην κατάσταση του δεν μπορεί να κρατήσει μυστικό». Είναι θλιβερό. Το ίδιο άθλημα που τον ανέβασε στα ουράνια, πλέον τον γκρέμιζε στα τάρταρα, στερώντας του ό,τι πολυτιμότερο είχε: τη ζωντάνια, την ταχύτητα, τη φωνή του. Και αν η αναμέτρηση με αντίπαλο τον Τζορτζ Φόρμαν στην Κινσάσα του Ζαΐρ χαρακτηρίζεται η κορυφαία στιγμή της καριέρας του, η πάλη του Μοχάμεντ Αλι με τα αμείλικτα συμπτώματα του Πάρκινσον αποτελούσε σίγουρα τον πιο άνισο αγώνα της ζωής του. Αναπολώντας κάθε στιγμή την αλλοτινή, χρυσή εποχή του θριάμβου, τότε που πασπάλιζε τις γροθιές του με γενναίες δόσεις δηλητηριώδους χιούμορ.

Ο Κάσιους Μάρσελους Κλέι βγήκε στο ρινγκ της ζωής στις 17 Ιανουαρίου του 1942 στην πόλη Λούισβιλ του Κεντάκι. Μεγαλύτερος γιός της οικογενείας Κλέι, ο Κάσιους μοιραζόταν το ίδιο όνομα με τον πατέρα του, βαφέα στο επάγγελμα και βαθιά θρησκευόμενο μέλος της Εκκλησίας των Βαπτιστών. Δεν μεγάλωσε στα γκέτο, ένιωσε, ωστόσο, δεκάδες φορές ότι όσο όμορφος, δυνατός, πλούσιος ή επιτυχημένος και αν γινόταν, στα μάτια των λευκών Αμερικανών της εποχής θα παρέμενε ο γεροδεμένος «νέγρος» με το μεγάλο στόμα. Ακόμη και όταν σε ηλικία 18 ετών επέστρεψε από τους Ολυμπιακούς της Ρώμης με ένα χρυσό μετάλλιο κρεμασμένο στο στήθος, ακόμη και όταν ολόκληρη η πόλη του ξεχύθηκε στους δρόμους για να υποδεχτεί τον δικό της ολυμπιονίκη που κατέφθασε μέσα σε ένα κατακόκκινο ανοιχτό αυτοκίνητο, ακόμη και τότε του απαγορεύτηκε να γιορτάσει τον θρίαμβο του σε εστιατόριο «για λευκούς». Η οργή του ξεχείλιζε. Όπως και την ημέρα που αποφάσισε για πρώτη φορά να προβάρει τα πορφυρά γάντια του μποξ.

Ήταν-δεν ήταν 12 χρονών και μετά βίας ζύγισε 45 κιλά. Ο Κάσιους είχε μόλις ανακαλύψει ότι το καινούργιο του ποδήλατο είχε κάνει φτερά. Με μάτια φλογισμένα από τον θυμό και το κλάμα κατευθύνθηκε στον κοντινότερο ένστολο για να καταγγείλει την κλοπή. «Θέλω να τσακίσω αυτόν που το έκανε» φώναξε ο μικρός, προτάσσοντας απειλητικά τις γροθιές του. Ο αστυνομικός του απάντησε «καλύτερα να περάσεις πρώτα από το γυμναστήριο για να μάθεις να παλεύεις». Εκείνη τη στιγμή κανείς από τους δύο δεν φανταζόταν ότι αυτή η μικρή στιχομυθία θα στεκόταν αφορμή για την ανάδειξη του μεγαλύτερου αθλητή του 20ού αιώνα -όπως παμψηφεί τον ανακήρυξαν το BBC, το «Sports Illustrated», το «Time» και δεκάδες άλλα έγκυρα ΜΜΕ.

Ο Κάσιους είχε μόλις κλείσει τα 15 και ήδη στα υγρά υπόγεια γυμναστήρια της περιοχής όλοι μιλούν για τον πανύψηλο μποξέρ -με ύψος 1,91 μ. και βάρος 93 κιλά- που ξεγλιστρά σαν άνεμος. Ο νεαρός μποξέρ εξακολουθεί να προπονείται στο ίδιο γυμναστήριο και να τρέχει ατελείωτες ώρες στους δρόμους και στα πάρκα της Λούισβιλ, φθάνοντας ως τις όχθες του ποταμού Οχάιο. Πίνει νερό με σκόρδο, κατεβάζει μονοκοπανιά ποτήρια γάλα με ωμά αβγά, τρώει απίστευτες ποσότητες χοιρινού, δεν καπνίζει, απέχει από το αλκοόλ, δεν πίνει ούτε σόδα με ανθρακικό. Κερδίζει το χαρτζιλίκι του δουλεύοντας περιστασιακά στη βιβλιοθήκη του τοπικού κολεγίου και όταν ξεκλέβει λίγο χρόνο βυθίζεται στις σελίδες της Βίβλου. Όλες τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας αφιερώνεται ευλαβικά στην πυγμαχία. «Σαν να γεννήθηκε μόνο γι’ αυτό» παρατηρούν οι συμμαθητές του.

Στην ηλικία των 18, ο μικρός «Ηρακλής» μετράει ήδη 100 νίκες σε 108 αγώνες, οι οποίες, μεταξύ άλλων διακρίσεων, του αποφέρουν έξι τοπικούς και δύο εθνικούς τίτλους. Έκτοτε ο Κάσιους στρέφεται στην επαγγελματική πυγμαχία. Είναι εξάλλου το μοναδικό πράγμα που ξέρει να κάνει: «Μια δουλειά είναι: το γρασίδι μεγαλώνει, τα πουλιά πετούν, τα κύματα χαϊδεύουν την άμμο. Εγώ δέρνω ανθρώπους». Οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη. Τα μονόστηλα των αθλητικών σελίδων διαδέχονται πρωτοσέλιδοι διθύραμβοι.

Τη βραδιά της 25ης Φεβρουαρίου του 1964, ο Κλέι «ξαναγεννιέται». Αφού στερεί από τον Σόνι Λίστον τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή βαρέων βαρών, αναγκάζοντάς τον να καταθέσει τα όπλα στον έκτο μόλις γύρο, ανακοινώνει στους εμβρόντητους δημοσιογράφους ότι ασπάστηκε τον ισλαμισμό και ότι από εδώ και στο εξής το όνομα του είναι Μοχάμεντ Αλι -ο «εκλεκτός του Αλλάχ» σε ελεύθερη μετάφραση.

Ο κόσμος διχάζεται. Οι μισοί τον λατρεύουν και οι υπόλοιποι τον μισούν. Τρία χρόνια μετά, η συντηρητική αμερικανική κοινωνία δέχεται και δεύτερο χαστούκι από τον ήρωά της. Επικαλούμενος την πίστη του ο Αλι αρνείται να καταταγεί στον στρατό και να πολεμήσει εναντίον των Βιετκόνγκ στο Βιετνάμ. Η ιστορική πλέον δήλωσή του -«δεν έχω κανένα προηγούμενο με δαύτους»- κάνει τον γύρο του κόσμου. Συλλαμβάνεται, καταδικάζεται και απειλείται με πενταετή κάθειρξη και πρόστιμο πολλών χιλιάδων δολαρίων, ενώ του αφαιρείται η άδεια να αγωνίζεται, όπως και ο τίτλος του πρωταθλητή. Από τον Μάρτιο του 1967 ως τον Οκτώβριο του 1970 μένει ανενεργός, χάνοντας τα καλύτερα ίσως χρόνια της καριέρας του, καθώς και έσοδα ύψους 10 εκατ. δολαρίων. Ο Μοχάμεντ Αλι εξασφαλίζει τα προς το ζην διδάσκοντας σε κολέγια και πρωταγωνιστώντας σε μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ, ενώ παράλληλα κάνει εφέσεις φθάνοντας ως το Ανώτατο Δικαστήριο, προκειμένου να ανατρέψει την απόφαση. Τελικά, δικαιώνεται και επιστρέφει στην ενεργό δράση, φανερά επιβαρυμένος από την ιδιόμορφη εξορία.

Οι αναμετρήσεις με τον Τζο Φρέιζιερ στη Μανίλα και με τον Τζορτζ Φόρμαν στην Κινσάσα γράφουν ιστορία. Χιλιάδες άνθρωποι συνωστίζονται για να τον δουν να χορεύει επάνω στα σχοινιά και να μυρίσουν από κοντά το βαρύ  συνονθύλευμα αίματος, ιδρώτα και αμμωνίας που κατακλύζει την αρένα. Ο τραπεζικός του λογαριασμός ξεχειλίζει. Ο άνθρωπος που τα έβαλε με την αμερικανική κυβέρνηση τώρα λαμβάνει επίσημη πρόσκληση από τον Λευκό Οίκο. Η λατρεία στο πρόσωπο του ξεπερνάει τα όρια της υστερίας. Αυτή ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή να κρεμάσει τα γάντια του.

Τον Ιούνιο του 1979 ανακοινώνει ότι αποσύρεται από την ενεργό δράση. Μήνες μετά ωστόσο κάνει το λάθος να επιστρέψει. Τα χρήματα που του προσφέρονται είναι αρκετά για τον δελεάσουν. Θα ηττηθεί εις διπλούν και το 1981 κατεβαίνει οριστικά από το καναβάτσο. Έχει πίσω του 56 νίκες σε 61 αγώνες. Σε 37 αναμετρήσεις το καμπανάκι της λήξης βρήκε τον αντίπαλο φαρδύ πλατύ στο ρινγκ, ανήμπορο πλέον να συνεχίσει.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αλι ζούσε σε μια έπαυλη στο Μίσιγκαν με την τέταρτη κατά σειράν σύζυγο και μάνατζέρ του και τον γιο τους -είχε άλλα οκτώ παιδιά από τους προηγούμενους γάμους του. Ο μαύρος «Θεός» του ρινγκ πέθανε στις 3 Ιουνίου του 2016. Τη θαλπωρή της εστίας του την εγκατέλειπε μόνο για να συνεισφέρει σε φιλανθρωπίες. Ο Αγγελιαφόρος της Ειρήνης -τίτλος που του απένειμε ο ΟΗΕ- είχε κατά καιρούς ταξιδέψει από το Ιράκ ως την Κούβα και από τη Ρουάντα ως το Βιετνάμ, προκειμένου να διαδώσει το μήνυμα της συνύπαρξης των λαών, να μεταφέρει τρόφιμα και φάρμακα σε αναξιοπαθούντες, να διαπραγματευθεί την απελευθέρωση ομήρων. Όπου και αν βρισκόταν ωστόσο ξεκινούσε πάντα το πρωινό του γονατίζοντας στο πάτωμα με το βλέμμα στραμμένο στην Ανατολή και απηύθυνε την πρώτη από τις πέντε προσευχές της ημέρας προς τον Αλλάχ. Και τον παρακαλούσε να τον δεχθεί στον Παράδεισο.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου