Λένε πως όσο περνάνε οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια όλα ξεχνιούνται και μένουν στο παρελθόν. Αυτό ισχύει μερικές φορές αλλά όχι και πάντα. Διότι η μεγάλη και καταστροφική πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, μπορεί με την πάροδο του χρόνου να ‘ξεχάστηκε’, αλλά άφησε το σημάδι της ανεξίτηλο τόσο στην ιστορία όσο και στην ίδια την πόλη.

Σάββατο 18 Αυγούστου 1917, και ώρα 5:00. Μια καθημερινή και τυχαία μέρα για όλους, που έδωσε τη θέση της σε μια δραματική μέρα, μέσα σε λίγα λεπτά που ξέσπασε η καταστροφική πυρκαγιά. Το μέγεθος της καταστροφής που προκάλεσαν οι φλόγες ήταν αρκετό για να αλλάξει ολοσχερώς την εικόνα της Θεσσαλονίκης και να μη θυμίζει τίποτα από τη φυσιογνωμία που είχε τον προηγούμενο αιώνα.

 

Η ΠΟΛΗ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Η Θεσσαλονίκη ήταν μία από τις μεγαλύτερες και πιο σύγχρονες πόλεις των Βαλκανίων. Το λιμάνι της ήταν από τα σημαντικότερα κέντρα εμπορίου. Η ενσωμάτωση της στην Ελλάδα, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και της Ηπείρου, πραγματοποιήθηκε το 1912 έπειτα από την απελευθέρωση της από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο πληθυσμός της πόλης διατηρήθηκε όπως είχε, με το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλονίκης να αποτελείται από Σεφαραδίτες Εβραίους (υποομάδα Εβραίων που μιλούσαν έναν τύπο Λατινικής γλώσσας), από Έλληνες, Τούρκους, Βούλγαρους αλλά και άλλους Βαλκάνιους και Ευρωπαίους.

Ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ξεκινήσει το 1914, αλλά στην αρχή η Ελλάδα είχε τηρήσει ουδετερότητα. Με την άδεια της κυβέρνησης, όμως, οι δυνάμεις της Αντάντ είχαν αποβιβάσει στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, το 1915, για να υποστηρίξουν τους Σέρβους συμμάχους τους στο Μακεδονικό Μέτωπο. Το 1916 είχε ξεσπάσει στη Θεσσαλονίκη το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας, που είχε σχηματίσει Προσωρινή Κυβέρνηση διαιρώντας την Ελλάδα. Ωστόσο, μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου τον Ιούλιο του 1917 ξαναενώθηκε. Η Θεσσαλονίκη πολύ σύντομα είχε μετατραπεί σε διαμετακομιστικό κέντρο στρατευμάτων και εφοδίων, γεμίζοντας την πόλη με χιλιάδες Γάλλους και Βρετανούς στρατιώτες και όλα αυτά που χρειάζονταν. Παράλληλα πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν στην πόλη, ανεβάζοντας τον πληθυσμό της σε 271.157 άτομα από τα 157.889 που υπήρχαν, με κυρίαρχο στοιχείο το εβραϊκό (61.439) που υπερτερούσε των Τούρκων (45.867) και των Ελλήνων (39.956) κατοίκων.

 

Η ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Μετά από αλλεπάλληλες ανακρίσεις ανακαλύφθηκε ότι όλα ξεκίνησαν από το σπίτι στην οδό Ολυμπιάδος 3, στην πλατεία Χορχόρ (σήμερα πλατεία Μουσχουντή). Ένα σπίτι οικονομικά αδύναμων προσφύγων της συνοικίας Μεβλανέ. Μια σπίθα από τη φωτιά του μαγειρείου πέφτοντας στη, γεμάτη με άχυρα, διπλανή αποθήκη ήταν αρκετή για να ξεσπάσει μια τεράστια πυρκαγιά. Η έλλειψη νερού και η αδιαφορία των γειτόνων δεν έκανε δυνατή την κατάσβεση της αρχικής πυρκαγιάς. Από την άλλη, η πυκνή δόμηση της πόλης με τα «ξύλινα» σπίτια που σχεδόν κολλούσαν μεταξύ τους και η έλλειψη πυροσβεστικών μέσων, με την ταυτόχρονη αδράνεια των συμμαχικών στρατευμάτων, Άγγλων και Γάλλων, συνετέλεσαν ακόμα περισσότερο στην επέκταση της φωτιάς. Σε σύντομο διάστημα, με τη βοήθεια του άνεμου Βαρδάρη, η φωτιά άρχισε να εξαπλώνεται στα γειτονικά σπίτια και επεκτάθηκε με ταχύτητα στη βορειοδυτική πλευρά της πόλης, με κατεύθυνση προς την παραλία.

Η φωτιά έκαψε για 32 ατελείωτες και βασανιστικές ώρες, με αποτέλεσμα 1.000.000 τ.μ. δομημένης επιφάνειας, 9.500 σπίτια και οι περισσότεροι ναοί, τράπεζες, σχολεία, τυπογραφεία, ξενοδοχεία και καταστήματα, να γίνουν στάχτη. Η περιοχή που κάηκε ήταν μεταξύ των οδών Αγίου Δημητρίου, Λέοντος Σοφού, Νίκης, Εθνικής Αμύνης, Αλεξάνδρου Σβώλου, Εγνατία (από Αγίας Σοφίας). Και σα να μην έφτανε αυτό άφησε 72.000 άστεγους, εκ των οποίων τα δύο τρίτα ήταν Εβραίοι. Οι απώλειες της πυρκαγιάς ήταν ελάχιστες λόγω της αργής της εξάπλωσης, με μοναδικούς νεκρούς Γάλλους στρατιώτες. Η ιστορική έρευνα καταλογίζει μεγάλες ευθύνες στα συμμαχικά στρατεύματα που αρνήθηκαν να προωθήσουν τα δίκτυα υδροδότησης των στρατοπέδων τους προς το μέτωπο της πυρκαγιάς και να συμμετάσχουν με τα τεχνικά μέσα που διέθεταν στο σβήσιμό της. Μάλιστα, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες και καταγγελίες θυμάτων, οι ξένοι στρατιώτες αντί να συνδράμουν στην κατάσβεση, επιδόθηκαν στη λεηλασία των περιουσιών από τα σπίτια και τα καταστήματα που εγκατέλειπαν έντρομοι οι ένοικοί τους.

Στις 11.30 τα μεσάνυχτα της 19ης Αυγούστου η φωτιά επιτέλους έσβησε, αφού όμως στο πέρασμα της κατέστρεψε ολόκληρο το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αναμφίβολα η παραδοσιακή, κοσμοπολίτικη τοπογραφία της πόλης καταστράφηκε από τις μανιώδεις φλόγες της πυρκαγιάς, ανοίγοντας το δρόμο για την ανοικοδόμηση της με ένα νέο οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο, δημιουργώντας μια σύγχρονη πόλη.

Οι πυρκαγιές ήταν σχεδόν καθημερινή είδηση στις εφημερίδες, αποτυπώνοντας λεπτομερώς την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η πόλη. Ωστόσο, το γεγονός όσο τραγικό και να ήταν, γινόταν ασήμαντο εξαιτίας της συχνότητας του.

 

Υπάρχει βέβαια κι ένα σπάνιο ντοκουμέντο από την κινηματογραφική υπηρεσία του σερβικού στρατού που κατέγραψε τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης στις 18 Αυγούστου 1917. Πρόκειται για στρατιωτικό φιλμ που ανακαλύφθηκε εντελώς τυχαία , όταν έφτασε στα χέρια Ιταλών σε ένα εργαστήριο επεξεργασίας παλαιών ταινιών. Το φιλμ είναι μέρος ενός μεγαλύτερου αρχείου το οποίο αγόρασαν οι Ιταλοί και άρχισαν να το αξιοποιούν. Ο Σερβικός στρατός χάρις στο κινηματογραφικό τμήμα που είχε στην κατοχή του κατέγραψε τις τραγικές μέρες της πόλης, δίνοντας μας τη δυνατότητα μέχρι και σήμερα να βλέπουμε και να βιώνουμε στιγμές από εκείνη την χαρακτηριστική ημέρα.

 

Μια εξίσου αναλυτική περιγραφή εκείνης της σημαδιακής ημέρας γράφεται από τον ποιητή Γεώργιο Θ. Βαφόπουλο στις «Σελίδες αυτοβιογραφίας» του (εκδόσεις Παρατηρητής, 1988): «Την άλλη μέρα, 6 Αυγούστου (με το παλιό ημερολόγιο), ανήμερα της γιορτής του Σωτήρος, η Θεσσαλονίκη είχε μπει, για μια ακόμη φορά, στην ιστορία. Εκεί όπου άλλοτε απλώνονταν οι λαβύρινθοι των εβραϊκών συνοικιών, υπήρχαν τώρα μονάχα πέτρες και πυρωμένη στάχτη. Στην άλλη περιοχή, όπου υψώνονται τα μεγάλα καταστήματα και τα ξενοδοχεία, τραγικά ερείπια θύμιζαν την παλιά τους δόξα. Κι όλα τούτα τα θλιβερά κατάλοιπα μιας πλούσιας μεγάλης πολιτείας, ήσαν τυλιγμένα σε βαριά σύννεφα καπνού. Στα βαθιά τους υπόγεια η χόβολη είχε συντηρηθεί για πολλούς μήνες μετά την φωτιά, και, καθώς διαπιστώθηκε αργότερα, τόση ήταν η δύναμη τούτης της φωτιάς, ώστε όλα τα γυάλινα είδη είχαν λιώσει και μέσα στα χαλάσματα των ζαχαροπλαστείων μπορούσε κανείς να διακρίνει τα βάζα με τις καραμέλες, πούχανε μεταβληθεί σε μια μάζα από καμμένη ζάχαρη και γυαλί. Η τεράστια αυτή έκταση της συμφοράς πήρε το όνομα τα Καμμένα. Τούτα τα Καμμένα είχαν μεταβληθεί σε μια καινούργια Πομπηία, όπου την ημέρα δούλευαν συνεργεία ανασκαφών και τις νύχτες βρίσκανε άσυλο οι αλήτες, οι κακοποιοί και οι ερωτευμένοι».

Λίγες μόνο ημέρες μετά την καταστροφή (για τους κατοίκους για χρόνια η περιοχή που κάηκε ήταν γνωστή ως «τα καμένα») η κυβέρνηση Βενιζέλου, βρίσκοντας την κατάλληλη ευκαιρία, ανήγγειλε ότι δεν θα επιτρεπόταν η ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση της πόλης. Αρχικά, ανέθεσε σε Έλληνες και ξένους τεχνικούς την χωροταξική μελέτη, ενώ ταυτόχρονα πέρασε νόμο που προέβλεπε την πλήρη κατεδάφιση της πυρίκαυστης ζώνης. Το νέο πολεοδομικό σχέδιο ανέλαβε να εκπονήσει ο υπουργός συγκοινωνιών Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ιδρύοντας τη «Διεθνής Επιτροπή Νέου Σχεδίου Θεσσαλονίκης» με πρόεδρο τον Γάλλο αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Ερνέστ Εμπράρ. Το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε πλήρως και εξαιτίας της δυσκολίας εξεύρεσης επαρκών κονδυλίων, ακόμα και πιέσεων εκ μέρους μεγαλοϊδιοκτητών, υπέστη πολλές μεταβολές, αλλά αποτέλεσε μεγάλη βελτίωση σε σχέση με την πρωτύτερη κατάσταση της πόλης, δίνοντάς της σύγχρονη ρυμοτομία και όψη.

Με αυτή τη μικρή, λοιπόν, αναδρομή στο παρελθόν αντιλαμβανόμαστε πως αυτή η καταστροφική στιγμή αποτέλεσε μια τομή στην ιστορία μας. Διότι η Θεσσαλονίκη αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της και έδωσε τη θέση της σε μια ακόμα πιο όμορφη και σύγχρονη πόλη, που είναι φυσικά μέχρι και σήμερα.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου