Τα ξημερώματα της 3ης Μαρτίου του 1978 ο φύλακας του κοιμητηρίου της Ελβετικής πόλης Βεβέ ανακαλύπτει ότι ένας από τους τάφους είχε συληθεί την προηγούμενη νύχτα. Παραμερίζοντας τα χώματα, διαπιστώνει πως οι βάνδαλοι είχαν κλέψει το φέρετρο του Τσάρλι Τσάπλιν. Ο σκηνοθέτης, παραγωγός, σεναριογράφος και ηθοποιός έκανε ακόμη μια θεαματική έξοδο, αν και παρά τη θέληση του αυτή τη φορά. Οι κλέφτες θα ζητήσουν λύτρα ύψους 600.000 δολαρίων για την επιστροφή του φέρετρου αλλά θα λάβουν αρνητική απάντηση από τα χείλη της χήρας του, αφού, όπως είπε εκείνη, «ο άντρας μου θα ζει για πάντα στην καρδιά και στο μυαλό μου. Δεν ενδιαφέρομαι για το τι θα γίνουν τα απομεινάρια του». Οι κλέφτες θα συλληφθούν ύστερα από λίγες ημέρες και η μεταθανάτια περιπέτεια του Τσάπλιν θα λάβει τέλος. Μερικές εβδομάδες αργότερα το φέρετρο θα ξανακλαπεί, θα ζητηθούν και πάλι λύτρα, μόνο που αυτή τη φορά οι απαιτήσεις θα συνοδευθούν από μία φωτογραφία που δείχνει το φέρετρο καθ’ οδόν προς ένα καλαμποκοχώραφο όπου οι κλέφτες είχαν σκοπό να το ξαναθάψουν. Μετά την ανακάλυψη και των δεύτερων απαγωγέων η χήρα Τσάπλιν απαίτησε να τσιμενταριστεί ο τάφος για την αποφυγή παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον.

Ο Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν γεννήθηκε σε μια φτωχογειτονιά του Λονδίνου στις 16 Απριλίου του 1889. Γιός δύο πλανόδιων ηθοποιών του μιούζικ χολ, θα ζήσει τα παιδικά του χρόνια σαν ήρωας που ξεπήδησε από το βιβλίο του Ντίκενς. Οι γονείς του θα χωρίσουν όταν εκείνος θα είναι ακόμη πολύ μικρός και ο Τσάρλι θα βρεθεί να συνοδεύει την μητέρα του στις επαρχιακές περιοδείες της με τα θεατρικά μπουλούκια. Πολύ σύντομα όμως η μητέρα του μένει άνεργη και εκείνος, για να μπορέσει να ενισχύσει τα πενιχρά οικονομικά τους, αυτοσχεδιάζει χορευτικά και κωμικά νούμερα στους δρόμους του Λονδίνου και μαζεύει τις δεκάρες που του πετούν οι περαστικοί. Σε ηλικία 8 ετών θα αρχίσει να ερμηνεύει ρόλους παιδιών σε θεατρικές παραστάσεις του Λονδίνου και στα 17 του θα γίνει μέλος του γνωστού, την εποχή εκείνη, θιάσου του Φρέντ Κάρνο.

Θα φτάσει στο Χόλυγουντ το 1913 σε ηλικία 24 ετών, για να ερμηνεύσει το 1914 μια σειρά από μικρές εβδομαδιαίες κωμικές ταινίες για την εταιρεία Κίστοουν (Keystone Film Company) του Μάρκ Σένετ. Τότε είναι που θα επινοήσει τον Σαρλό, το ανθρωπάκι με τα πολύ φαρδιά παντελόνια, τα τεράστια παπούτσια τα φορεμένα ανάποδα, το μουστάκι, το στενό σακάκι, το μελόν καπέλο, και το μπαστούνι από μπαμπού. Ο χαρακτήρας αυτός, εμπνευσμένος από τους ξεπεσμένους σνομπ και τους μεθυσμένους αμαξάδες που παρατηρούσε στο Λονδίνο, ζει σαν να είναι συνεχώς σε γκέτο, κυριευμένος από τον φόβο της εξουσίας που συμβολίζεται από τον αστυνομικό από τον οποίο γλιτώνει κάθε φορά με την πονηριά. Δεν είναι ούτε ήρωας ούτε άγιος, μόνο ένα μείγμα αθωότητας και καπατσοσύνης. Το 1915 θεωρείται ήδη ένας πολύ μεγάλος κωμικός ηθοποιός κατορθώνοντας να συνδυάσει την τραγωδία με την κωμωδία και τη συγκίνηση με τα γκαγκς, ενώ με το νέο συμβόλαιο που υπογράφει στην εταιρεία Mutual γίνεται ο πιο ακριβοπληρωμένος άνθρωπος του Χόλυγουντ.

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της επιτυχίας του ο Τσάπλιν ζούσε με τον φόβο της τρέλας. Για τον φόβο αυτό γράφει ο άλλοτε καθηγητής του Χάρβαρντ Κένεθ Σ. Λιν, στο βιβλίο του «Ο Τσάρλι Τσάπλιν και η εποχή του» («Charlie Chaplin and his times», εκδόσεις Aurum): «Μερικά παιδάκια της γειτονιάς τον σταμάτησαν στον δρόμο και τον ειδοποίησαν ότι η μητέρα του τρελάθηκε. Όπως φαίνεται, είχε αρχίσει να χτυπά όλες τις πόρτες της γειτονιάς και να χαρίζει κομμάτια κάρβουνο, λέγοντας πως είναι δώρα γενεθλίων για τα παιδιά. Ο γιατρός που εξέτασε τη Χάνα εξήγησε στον Τσάρλι ότι υποφέρει από ασιτία. ’’Θα την ταΐζουν καλά στο άσυλο’’ του είπε. Ο Τσάρλι συνόδευσε τη μητέρα του στο ίδρυμα με τα πόδια». Στη διαδρομή η Χάνα πήγαινε από το ένα άκρο του δρόμου στο άλλο σαν μεθυσμένη, έβριζε, τραγουδούσε και προσευχόταν. Ο Τσάρλι όχι μόνο επηρεάστηκε από την εικόνα της βίαιης και τρελής μητέρας του αλλά κάποια στιγμή φαινόταν πεπεισμένος πως ήταν και ο ίδιος καταδικασμένος στη ζωή του να ζήσει το ίδιο δράμα. Ο γιός του, Τσάρλι Τσάπλιν Τζούνιορ, στο βιβλίο του «Ο πατέρας μου, Τσάρλι Τσάπλιν» (1960) παραδέχεται: «Η ψυχική ασθένεια της Χάνα είχε επηρεάσει πολύ τον πατέρα μου. Μιλούσε συχνά γι’ αυτήν. ’’Δόξα τω Θεώ που είσαι αρτιμελής και φυσιολογικός’’ έλεγε. ’’Γιατί τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Υπάρχει κάτι στην οικογένεια, κάτι…’’».

Το 1919 ο Τσάπλιν δημιουργεί τη United Artists μαζί με δύο άλλους μεγάλους σταρ της εποχής του, τη Μαίρη Πίκφορντ και τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, για να εξασφαλίσει την καλλιτεχνική του ανεξαρτησία. Γυρίζει τον «Μετανάστη» (1917), τον «Σαρλό στρατιώτη» (1918), τη «Σκυλίσια ζωή» (1918), το «Χαμίνι» (1920) και συνεχίζει με εκείνες τις ταινίες που επρόκειτο να γίνουν κλασικές. Θα σκηνοθετήσει την ταινία «Ο Χρυσοθήρας» (1925) και το «Τσίρκο» (1928). Ακολουθούν «Τα φώτα της πόλης» (1931), «Οι μοντέρνοι καιροί» (1936) -ηχητικές αλλά όχι ομιλούσες- και οι δύο αφιερωμένες στα κακά της «εύρωστης» και «δίκαιης» καταναλωτικής κοινωνίας. Και το 1940 θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες «Ο μεγάλος δικτάτωρ».

Ο Τσάπλιν άρχισε για πρώτη φορά να επεξεργάζεται την ιδέα του «Μεγάλου δικτάτορα» όταν ένας φίλος του, ο άγγλος σκηνοθέτης και παραγωγός Αλεξάντερ Κόρντα, του ανέφερε ότι θα του ταίριαζε πολύ να υποδυθεί έναν χαρακτήρα-παρωδία του Αδόλφου Χίτλερ. Αργότερα έμαθε μάλιστα ότι είχαν γεννηθεί με μία εβδομάδα διαφορά, είχαν περίπου το ίδιο ύψος και βάρος και ότι και οι δύο μεγάλωσαν μέσα στη φτώχεια. Η παραγωγή του φιλμ ξεκίνησε το 1937, όταν ακόμη λίγοι πίστευαν ότι ο ναζισμός ήταν μια τόσο καταστρεπτική και ολοκληρωτική ιδεολογία, όπως αποδείχτηκε το 1940 που κυκλοφόρησε η ταινία. Ο ίδιος ο Τσάπλιν δήλωσε ότι αν γνώριζε την πραγματική έκταση των κτηνωδιών των ναζιστών, δεν θα διακωμωδούσε ποτέ τη δολοφονική τους παράνοια. Όταν κυκλοφόρησε ο «Μεγάλος δικτάτωρ», ο Χίτλερ απαγόρευσε την προβολή του σε όλες τις χώρες που συνεργάζονταν με τη Γερμανία ή βρίσκονταν υπο την κατοχή της. Η περιέργεια όμως έσπρωξε τον Χίτλερ να εισαγάγει μια κόπια, την οποία πρόβαλε δυο φορές. Όταν το πληροφορήθηκε ο Τσάπλιν, είπε: «Θα έδινα τα πάντα για να μάθω τι σκεφτόταν εκείνη την ώρα».

Στα μεταπολεμικά χρόνια γίνεται «Ο κύριος Βερντού» (1947) και συνεχίζει ως γέρος κλόουν Καλβέρο, ένας κλόουν που δεν κάνει πια τους άλλους να γελούν, στην ταινία «Τα φώτα της ράμπας» (1952). Στην ταινία «Ένας βασιλιάς στη Νέα Υόρκη» (1957) θα ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον μακαρθισμό που τον ανάγκασε να αυτοεξοριστεί στην Ελβετία, ενώ το 1967 θα βγει στη μεγάλη οθόνη «Η κόμισσα του Χονγκ Κονγκ». Ο Τσάπλιν είχε «κατηγορηθεί» ως κομμουνιστής, γεγονός που τον έφερε αντιμέτωπο με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών και τον έβαλε στο στόχαστρο του κραταιού «άρχοντα» του FBI Εντγκαρ Χούβερ. Τον Μάιο του 1998 ο κριτικός Νίκολας Γουόπσοτ θα γράψει στους «Times»: «». Ο Τσάπλιν δεν κινδύνευε από τις μαύρε λίστες του μακαρθισμού γιατί είχε δικό του στούντιο και πολλά λεφτά και υπ’ αυτήν την έννοια δεν μπορούσαν να τον αγγίξουν. Ο μόνος τρόπος για να τον πιάσουν κάπου οι αντικομμουνιστικές οργανώσεις ήταν να τον πλήξουν στο θέμα της ηθικής. Έτσι του αρνήθηκαν την επάνοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες όχι για πολιτικούς λόγους και κομμουνιστικές συμπάθειες, αλλά για λόγους «ηθικής τάξεως».

«Γεράκι που πέφτει στα κοτόπουλα». Έτσι τον χαρακτήριζαν. Ο Τσάπλιν αυτή τη φήμη την απέκτησε από τις σχέσεις του με τις ανήλικες κοπέλες. Πρώτη του σύζυγος ήταν η ξανθιά μικροκαμωμένη Μίλντρεντ Χάρις που όταν συνάντησε τον Τσάπλιν ήταν μόλις 13 χρονών. Το περιοδικό «Photoplay» την είχε περιγράψει σαν «ένα από τα πιο τέλεια παιδιά που είχαν βρεθεί μπροστά στην κάμερα», λίγο προτού ο Τσάπλιν τη συναντήσει σε ένα πάρτι στην πισίνα του παραγωγού Σαμ Γκόλντγουιν. Θα παντρευτούν τον Οκτώβριο του 1918 και θα χωρίσουν σύντομα ενώ μια άλλη ηθοποιός θα τραβήξει την προσοχή του, η Μαμπέλ Φουρνιέ που ήταν μόλις δέκα χρονών όταν την πρόσεξε ο Τσάπλιν σε μία επίσκεψή του στο Παρίσι. «Η Μαμπέλ ήταν υπέροχη, θεϊκή σαν την Πάβλοβα. Θεέ μου, πώς νιώθω γι’ αυτήν» έλεγε αργότερα σε ένα φίλο του. Μερικά χρόνια αργότερα θα γνωρίσει τη Λιλίτα Μακ Μάρεϊ (αργότερα Λίτα Γκρέι). Η Λιλίτα έπαιζε μικρούς ρόλους στις ταινίες του Τσάπλιν από τότε που ήταν 12 χρονών. Στα δεκαπέντε της θα πάρει τον πρώτο σημαντικό της ρόλο. Στα δεκαέξι της θα είναι ήδη ένα από τα αστέρια του στούντιο και θα πάρει το καλλιτεχνικό όνομα Λίτα Γκρέι. Θα παντρευτούν τον Νοέμβριο του 1924 με την ανήλικη κοπέλα έγκυο στον δεύτερο μήνα. Ο γάμος θα κρατήσει δύο χρόνια. Στα 44 του θα παντρευτεί τη 19χρονη, επίσης ηθοποιό, Πολέτ Γκοντάρ ενώ τέταρτη και τελευταία σύζυγος του θα γίνει η κόρη του θεατρικού συγγραφέα Ευγένιου Ο’ Νιλ, η Ούνα. Όταν παντρεύτηκαν εκείνος ήταν 54 και εκείνη 18 και απέκτησαν οκτώ παιδιά. Η Ούνα Τσάπλιν θα αποκτήσει αργότερα τον τίτλο της «πιο πλούσιας χήρας» στην ιστορία του σινεμά.

Ο Τσάπλιν θα τιμηθεί με ένα Όσκαρ, που ήρθε καθυστερημένα το 1972, ως ένδειξη αναγνώρισης του κεντρικού ρόλου του στην ανάπτυξη του κινηματογράφου, ενώ το 1975 θα χρισθεί ιππότης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από την βασίλισσα Ελισάβετ και δύο χρόνια αργότερα θα πεθάνει σε ηλικία 89 χρονών, στο Βεβέ της Ελβετίας. Εκείνη την εποχή είχε πια ξεχάσει όλα όσα τον είχαν πικράνει στη ζωή του. Ακόμη και τον τίτλο «Αντίο, ανθρωπάκο» με τον οποίο είχαν κυκλοφορήσει οι «New York Times» στο μέσον της δεκαετίας του 1950, όταν ο Τσάπλιν είχε δεχθεί ένα Βραβείο Ειρήνης χρηματοδοτούμενο από τη Σοβιετική Ένωση.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου