Ο όρος «γενοκτονία» περιγράφει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μίας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας όμως μία λέξη δεν είναι δυνατό να χωρέσει τη βαρβαρότητα των εγκλημάτων κατά των Ελλήνων του Πόντου.

Η διαδικασία εξόντωσης των Ποντίων διακρίνεται σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ορίζεται από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έως και την κατάληψη της Τραπεζούντας από το ρωσικό στρατό (1914-1916). Η δεύτερη ξεκινάει το 1916 και ολοκληρώνεται με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1916-1918) και η τρίτη φάση τελειώνει με την εφαρμογή του Συμφώνου για ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (1918-1923).

Το 1915 ήταν μία σημαδιακή χρονιά για τους Έλληνες του Πόντου. Τότε ξεκίνησε το σχέδιο εξόντωσης με μαζικές διώξεις με τη μορφή εκτοπίσεων. Οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν και το 1916, κατά την εποχή που τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα. Σημειώθηκαν εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικείων πληθυσμών, ενώ τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε σχέδιο εξόντωσης το οποίο προέβλεπε: «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16 έως 60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης».

Το σχέδιο αυτό τέθηκε σε εφαρμογή 15 μέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας, λόγω της κατάληψής της από τα ρωσικά στρατεύματα τον Απρίλιο του 1916, είχε γλιτώσει προσωρινά. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε μεγάλο μέρος του πληθυσμού εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό. Βάσει εκτιμήσεων του επισκόπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων κατά την περίοδο αυτή ανήλθε σε 100.000 περίπου.

Μετά την απόσυρση του ρωσικού στρατού από την περιοχή της Τραπεζούντας εντάχθηκαν οι διώξεις στην περιοχή. Τον Μάιο του 1919, με την άφιξη του Κεμάλ Ατατούρκ, εντάθηκε η δράση των άτακτων ομάδων κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Στις 29 Μαΐου ανατέθηκαν επιχειρήσεις κατά του τοπικού πληθυσμού από τον Κεμάλ στον Τοπάλ Οσμάν. Έτσι, πραγματοποιήθηκαν σφαγές και εκτοπίσεις των Ελλήνων στην περιοχή της Σαμψούντας και σε 394 γύρω χωριά, τα οποία κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου του 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η εξόντωση 6.000 Ελλήνων που είχαν καταφέρει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της γύρω περιοχής. Στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ ζούσαν 25.000 Έλληνες, εκ των οποίων το 90% δολοφονήθηκε και όσοι επέζησαν εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Κατά τον Γ. Βαλαβάνη οι απώλειες των Ποντίων σύμφωνα με τη Μαύρη Βίβλο του Κεντρικού Συμβουλίου των Ποντίων στην Αθήνα ανέρχονται σε 303.238 ως το 1922 και 353.000 ως το Μάρτιο του 1924, ποσοστό που ξεπερνά το 50% του ολικού πληθυσμού των Ελλήνων του Πόντου.

Η γενοκτονία των Ποντίων αναγνωρίζεται επίσημα από το ελληνικό κράτος, τη Γερμανία, την Κύπρο, την Αρμενία, τη Σουηδία, ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ, την Αυστραλία, την Αυστρία, την Ολλανδία, πόλεις του Καναδά αλλά και τη Διεθνή Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών.

Η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994, και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο».

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο της Δ. Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα:

«Μας είχανε αμπαρωμένους σε βαγόνια που μεταφέρνανε άλογα. Μονάχα μια φορά τη μέρα μας ανοίγανε για να πάμε για σωματική μας ανάγκη. Από 480 άντρες που είχε κείνη η αποστολή, μόνο οι 310 φτάσανε στον προορισμό τους. Οι εκατόν εβδομήντα το σκάσανε στο δρόμο. Η φρουρά -ήταν μόνο δέκα άντρες- έκανε τα στραβά μάτια για να πάρει μπαχτσίσι και να πλιατσικολογήσει τους μπόγους μας. Για κείνους τους φουκαράδες διαβόλους ήταν αναπάντεχος θησαυρός οι πλούσιοι μπόγοι εκατόν εβδομήντα Ελλήνων, όπου η μητρική στοργή και η σελμπεσιά της απελπισιάς είχανε στοιβάξει ό,τι καλύτερο διαθέτανε τα σπίτια σε ρούχα και σε τρόφιμα. Πόσοι απ’ αυτούς που το σκάσανε θα κατορθώνανε να φτάσουνε ζωντανοί στα σπίτια τους!…»

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου