Ο Κατσαντώνης, γνωστός και ως «Αστροπελέκι της Σκλαβιάς», ήταν ο σπουδαιότερος πολεμιστής της Ελλάδος στην προεπαναστατική περίοδο και αυτός που ενέπνευσε τον πόθο για την λευτεριά και εξυμνήθηκε από την λαϊκή μούσα.

Γεννήθηκε περί το 1773 στο χωριό Μάραθος του ορεινού όγκου των Αγράφων από όπου ήταν και η μητέρα του, ενώ ο πατέρας του, καταγόταν από το Βασταβέτσι της Ηπείρου. Αμφότεροι οι γονείς του, ήσαν Σαρακατσαναίοι. Πολλές εικασίες έχουνε γίνει για το όνομα του, επικρατέστερη όμως είναι αυτή που μας πληροφορεί ότι η μητέρα του, συχνότατα του έλεγε «κάτσε Αντώνη», λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του. Σημειωτέον, πως είχε άλλα 3 αδέλφια: τον Γιώργο, που αποκαλείτο Χασιώτης, επειδή γεννήθηκε στα Χάσια, τον Κώστα, που επονομάζετο Λεπενιώτης, επειδή είχε γεννηθεί στο χωριό Λεπενού και τον Χρήστο. Η οικογένεια, αναγκάζονταν να μετακινείται συχνά , λόγω της συγγένειας τους με τον Β. Δίπλα, τον μεγάλο πολεμιστή της εποχής, ώστε να αποφεύγει τις διώξεις των τούρκων.

Το μίσος του Κατσαντώνη για τους τούρκους, γεννήθηκε, όταν σε ηλικία 9 ετών, τον βασανίσανε με φάλαγγα -ενώ ήτανε αθώος- για την κλοπή ενός κατσικιού και δεν τον άφησαν ελεύθερο παρά μόνο όταν ο πατέρας του κατέβαλε περι τα 1500 γρόσια για το παιδί του. Λίγα χρόνια μετά, ο Κατσαντώνης, εκδικήθηκε τον συκοφάντη, σκοτώνοντας τον και έφυγε με τα 3 αδέλφια του στο κλαρί, δίπλα στον θείο του, που αναφέραμε νωρίτερα. Λίαν συντόμως, του παραχωρήθηκε η αρχηγία, δεδομένων των ικανοτήτων του. Λίγους μήνες αργότερα, τσάκισε το απόσπασμα από 300 αλβανούς, του Ελιάζ μπέη, σκοτώνοντας τους όλους. Σε εκδίκηση, ο Αλή πασάς, σκότωσε τους γονείς του με φρικτά βασανιστήρια.

Μετά από αυτό, όλοι οι αγώνες του Κατσαντώνη, ήτανε ανελέητοι. Το 1804, διέλυσε το απόσπασμα του Γιουσούφ αράπη, σκοτώνοντας τον μαζί με 145 από τους 150 άνδρες του. Το 1806, προέβη σε στρατηγική συμμαχία, με τον Νικοτσάρα, τον μεγάλο οπλαρχηγό. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, σκότωσε τον τρίτο μεγάλο εχθρό του, τον Χασάν Μπελούση μαζί με 300 άνδρες του. Τον Οκτώβριο, ο υπαρχηγός των τζοχανταραίων του Αλή, ο κτηνώδης Μπεκήρ Τσαγαδούρης μαζί με τον Μουσταφά Ζυγούρη, συγκρούστηκαν με τον Κατσαντώνη. Η μάχη ήτανε αμφίρροπη και τραυματίστηκε ο Έλληνας αρχηγός στην θέση «ληστής» του Βάλτου. Αναγκάστηκε για ένα διάστημα να διακόψει την δράση του, να αφήσει την αρχηγία στα αδέλφια του και να πάει για θεραπεία στα Επτάνησα.

Εκεί, γνώρισε σημαντικούς Έλληνες που εργάζοντο για την Ρωσία, και με πρόταση τους το 1807, αναγνωρίστηκε ως γενικός αρχηγός των Αγράφων, ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για ένα γενικό ξεσηκωμό. Γυρνόντας στα Άγραφα, στρατολόγησε τον Καραϊσκάκη, άφτουρο ακόμη στον πόλεμο, όντας νέος, βλέπουμε όμως πως ο Κατσαντώνης, γνώριζε να διαβάζει τους αληθινούς πολεμιστές, ενώ έχουμε μαρτυρία του μεγάλου μας στρατηγού, πως την τέχνη του πολέμου, την διδάχθηκε από τον Κατσαντώνη. Αξίζει να αναφέρουμε τον γέρο-Τζάκα, ο οποίος υπήρξε συμβουλάτορας του Κατσαντώνη και εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο Καραϊσκάκης, ο οποίος, γλαφυρότατα, όταν ζήτησε να καταταγεί, είπε πως ένοιωθε σαν το πουλί στο κλουβί, που έχει όλα τα καλά, εκτός από την λευτεριά, αναφερόμενος στην περίοδο που ήτανε στην αυλή του Αλή.

Λίγους μήνες μετά, σε μάχη, ο Κατσαντώνης, έκανε τον Καραϊσκάκη πρωτοπαλίκαρο του, αφού σκότωσε τον Σεμσεντίν Πρεμετή. Μετά τις τόσες επιτυχίες των Ελλήνων, μη έχοντας άλλη λύση ο Αλή πασάς, έστειλε τον περίφημο Βεληγκέκα, να εξοντώσει τον Κατσαντώνη, με 1000 Αλβανούς, τους πλέον επίλεκτους. Στην γιγαντομαχία που έγινε στην τοποθεσία Αλαμάνος , κοντά στο χωριό Μοναστηράκι, ο Βεληγκέκας, έπεσε νεκρός από τον Κατσαντώνη και τον Καραϊσκάκη, ενώ το ασκέρι του, αποδεκατίστηκε. Λίγους μήνες μετά, ο Κατσαντώνης, προσεβλήθη από βλογιά και αναγκάστηκε να τραβηχτεί σε μια μυστική σπηλιά.

Δυστυχώς, ένας βοσκός, ο Ιωάννης Γκούργιας, που τον είδε τυχαία, τον πρόδωσε. Ένα βράδυ, ο Άγο Μουχουρντάρης, περικύκλωσε την σπηλιά και μετά από μάχη, συνέλαβε τον Κατσαντώνη και τον Χασιώτη που προτίμησε τον θάνατο από το να εγκαταλείψει τον αδελφό του. Ο Καραϊσκάκης, που ήτανε με 50 παλικάρια εκεί κοντά, όταν έμαθε τι έγινε, έπιασε το στενό του Αγίου Αθανασίου στο Βελούχι για να απελευθερώσει τους αρχηγούς του. Με προδοσία όμως πάλι, του Γκούργια, οι εχθροί , φύγανε από άλλο κρυφό μονοπάτι και φτάσανε στα Γιάννενα.

Η εκτέλεση των δύο αδελφών, έλαβε χώρα στην Λιθαρίτσα, μπροστά από το παλάτι του Αλή και με υποχρεωτική παρουσία των Γιαννιωτών προς παραδειγματισμό. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ, πως οι εκτελέσεις, γινόντουσαν, στον πλάτανο του Αλή στην Άρτα και οι απαγχονισμοί στην θέση Τσιγκέλια του Αλμυρού. Τόσο όμως φοβόντουσαν οι εχθροί τους Έλληνες, που προτίμησαν να μην ριψοκινδυνεύσουν την μεταφορά τους. Ο θάνατος των δύο ηρώων, ήτανε φρικτός. Με ειδικά σφυριά, τους σπάσανε ένα-ένα τα κόκαλα και υποκλινόμαστε στην αδάμαστη ψυχή τους , βλέποντας μαρτυρίες αυτοπτών, πως δεν έχυσαν ούτε ένα δάκρυ και δεν έβγαλαν μια κραυγή πόνου. Όταν ο Καραϊσκάκης, το έμαθε, ορκίστηκε να εκδικηθεί τον Μουχουρντάρη, όσα χρόνια και αν περνούσανε. Την αρχηγία, την ανέλαβε ο Λεπενιώτης, ο οποίος, έπεσε θύμα δολοφονίας το 1813. Αν και δεν υπάρχουνε πολλές μαρτυρίες επί του παρουσιαστικού του Κατσαντώνη, φαίνεται πως ήτανε μετρίου αναστήματος και φαινομενικά ασθενικός.

Για τον ΕΟΕ,

Βασίλης Δεληβέρης, Συντάκτης.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου