Για ακόμη μία φορά, η θρησκεία βρίσκεται στην καρδιά της επικαιρότητας. Η καθεμία θρησκεία μπόρεσε «να επιβληθεί» στη μία ή στην άλλη κοινωνία, διότι έδινε λογικές απαντήσεις σε υπαρξιακά αινίγματα που ανέκαθεν στοίχειωναν την καρδιά και το μυαλό του ανθρώπου: η ίδια η ζωή, η αγάπη, η οδύνη, ο θάνατος… Όμως οι καιροί αλλάζουν και τα ερωτήματα που απασχολούν το ανθρώπινο γένος τίθενται με διαφορετικό τρόπο. Οι θρησκείες προσαρμόζονται λιγότερο ή περισσότερο καλά στις πνευματικές ανάγκες που δημιουργούνται από τις νέες περιστάσεις και οι ίδιοι οι πιστοί προσαρμόζονται λιγότερο ή περισσότερο καλά στην εξέλιξη της θρησκείας τους.

Το θρησκευτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος του 21ου αιώνα, είναι ιδιαίτερα περίπλοκο. Μπορεί να γίνει ακόμη και επικίνδυνο γι’ αυτούς που δεν είναι εξοικειωμένοι με την αυθεντική πορεία της θρησκευτικής ή πνευματικής αναζήτησης. Αυτή η περιπλοκότητα του θρησκευτικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος του 21ου αιώνα, απαιτεί την ασφαλή γνώση όχι μόνο των διαφόρων θρησκειών αλλά και των ποικίλων τρόπων δια των οποίων αυτές βιώνονται σήμερα. Μόνο η επίγνωση μπορεί να μας επιτρέψει να διαχωρίσουμε τις αυθεντικές εκφράσεις των θρησκειών από τις υπερβολές, ακόμη και από τις παρεκκλίσεις που συναντώνται στους κόλπους τους, από τα νέα ρεύματα, τα οποία, αν και αντλούν τις θεμελιώδεις αρχές τους από τις θρησκείες, είναι σαφώς διακριτά από την εκάστοτε θρησκεία. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στη συγχώνευση των θρησκειών ή λατρειών σ’ ένα θρησκευτικό ή πολιτιστικό μόρφωμα, τον συγκρητισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του στοιχείου παρατηρείται κυρίως στην Αφρική ή τη Βραζιλία, όπου τα αφρικανικά στοιχεία αναμειγνύονται με το λατρευτικό τυπικό και τις διδασκαλίες του χριστιανισμού.

Αυτή η γνώση του θρησκευτικού περιβάλλοντος είναι επίσης ουσιώδης για το κοινωνικό γίγνεσθαι, καθώς είναι αδύνατον να οικοδομηθεί μια αληθινή «συμβίωση», αν οι πιστοί των διαφόρων θρησκειών αγνοούν οι μεν τους δε και αν οι ίδιοι οι πιστοί αγνοούνται από τους μη πιστούς.

Απόρροια όλων αυτών των παραπάνω αποτελεί και το ζήτημα του «ισλαμικού» πέπλου στη Γαλλία που εδώ και αρκετά χρόνια προβληματίζει τόσο τους Γάλλους, όσο και τους μουσουλμάνους.

Το γαλλικό Κοινοβούλιο ψήφισε το 2004 ένα νόμο περί ελευθεροφροσύνης, το πρώτο άρθρο του οποίου ορίζει ότι «εντός των δημοσίων σχολείων, των γυμνασίων και των λυκείων, απαγορεύεται  στους μαθητές να φέρουν διακριτικά σημεία ή ενδυμασίες μέσω των οποίων να εκδηλώνουν επιδεικτικά τη θρησκευτική τους πεποίθηση».

Αυτός ο νόμος αποτελεί επακόλουθο των πορισμάτων που εκδόθηκαν το Δεκέμβριο του 2003 από την Επιτροπή Σταζί (από το επώνυμο του διορισμένου από το Ζακ Σιράκ προέδρου της) αποστολή της οποίας ήταν να προτείνει λύσεις στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τα επαναλαμβανόμενα κρούσματα «ισλαμικής μαντήλας», τις οποίες φορούσαν κάποιες νεαρές μουσουλμάνες σε ορισμένα δημόσια σχολεία. Η γαλλική κοινή γνώμη φάνηκε ιδιαίτερα αμήχανη, αν όχι διχασμένη, ως προς τη σκοπιμότητα ενός παρόμοιου νόμου. Ασφαλώς τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα της χώρας, το Κεντροδεξιό και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τάχθηκαν του νομοσχεδίου, αλλά το πρώτο μάλλον επιδίωξε να παράσχει εγγυήσεις σ’ ένα μικρό μέρος των «δεξιότερων» ψηφοφόρων του, το οποίο είχε να αντιμετωπίσει το δέλεαρ του κόμματος του Εθνικού Μετώπου, και το δεύτερο να δώσει τις δικές του εγγυήσεις στον κόσμο των εκπαιδευτικών, παραδοσιακών ψηφοφόρων του Σοσιαλιστικού Κόμματος, οι οποίοι είναι προσηλωμένοι στην ελευθεροφροσύνη.

Άλλωστε, πολλοί σχολιαστές υπενθύμισαν ότι το ζήτημα του πέπλου αναδείκνυε ένα κοινωνικό ζήτημα: της ελλιπούς αφομοίωσης της πλειονότητας των ατόμων που προέρχονταν από τα βορειοαφρικανικά μεταναστευτικά κύματα, για τα οποία η θρησκευτική επιβεβαίωση βιώνεται ως μέσω επιβεβαίωσης της αξιοπρέπειάς τους. Αντίθετα, κινήματα μεταναστριών (κυρίως η ομάδα «Ούτε πουτάνες ούτε υποταγμένες») υπογράμμισαν ότι το πέπλο συνιστούσε σημάδι καταπίεσης της γυναίκας και, κατά συνέπεια, στήριξαν το νόμο. Ο τελευταίος μάλιστα είχε σημαντική απήχηση διεθνώς. Σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες, κυρίως στο Ιράκ, στο Ιράν ή στο Πακιστάν, το κείμενο στιγματίστηκε και παρουσιάστηκε ως πραγματική πολεμική μηχανή κατά του Ισλάμ. Κατ’ αρχάς, ο νόμος δεν αναφέρεται ειδικά στο ισλαμικό πέπλο, αφού εφαρμόζεται και στην περίπτωση του χριστιανικού σταυρού, της εβραϊκής κίππα, όπως και κάθε άλλου προφανούς θρησκευτικού εμβλήματος. Είναι σαφές όμως ότι αφορά προπάντων το Ισλάμ, σε μία χώρα που αριθμεί τουλάχιστον 5 έως 6 εκατ. μουσουλμανικής καταγωγής (ακόμα κι αν ένα μεγάλο μέρος δεν προσδιορίζεται από τη θρησκεία του). Στην Τυνησία, μια μουσουλμανική χώρα που σημαδεύτηκε από την ελευθερόφρονα παράδοση του προέδρου Μπουργκίμπα, αλλά που απειλήθηκε από την άνοδο των ισλαμιστικών κινημάτων, είναι πολλά τα ερωτήματα που ανακύπτουν επίσης σχετικά με το γαλλικό νόμο. Υπάρχουν φόβοι ότι μπορεί να δημιουργήσει «νοοτροπία μαρτύρων», ενώ υπογραμμίζεται ότι η εργασία στο σχολείο της ελεύθερης φρόνησης είναι μια «εργασία υπέρβασης» και όχι καταπίεσης.

Στις δυτικές χώρες, ο γαλλικός νόμος προκάλεσε εξίσου πολλά σχόλια, αρνητικά στην πλειονότητα τους. Η αρχή της ελευθεροφροσύνης παραμένει μια πολύ γαλλική ιδιαιτερότητα, η οποία εμπνέει σκεπτικισμό. Η βούληση να ρυθμίσει τις ατομικές πρακτικές ένα νομικό κείμενο σοκάρει επίσης τους αναλυτές που είναι υπέρμαχοι του φιλελεύθερου προτύπου και εγκωμιάζουν την ελαχιστοποίηση του ρόλου του κράτους.

Ο Independante, πορτογαλική εβδομαδιαία εφημερίδα που πρόσκειται στη φιλελεύθερη δεξιά εναντιώθηκε στον κρατισμό «αλά φρανσέζ» σημειώνοντας «όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς με το διάλογο περι θρησκευτικών εμβλημάτων στα δημόσια σχολεία, το γαλλικό δημοκρατικό πρότυπο γνωρίζει μια περίοδο βαθιάς κρίσης. Προφανέστατα, ο ιακωβινικός ρεπουμπλικανισμός αποδεικνύεται ανίκανος να διαχειριστεί το επιδεινούμενο πολυπολιτισμικό ζήτημα στη γαλλική κοινωνία».

Η ημερήσια γερμανική εφημερίδα οικονομικού και επιχειρηματικού περιεχομένου, Handelsblatt, διερωτάται για το αν το «ισλαμικό» πέπλο είναι θρησκευτικό πρόβλημα ή κοινωνικό πρόβλημα: «Όποιος θέλει να γίνει Γάλλος, οφείλει να υποταχθεί στη δημοκρατία και στις αρχές της. Ο εφιάλτης της Γαλλίας είναι να δημιουργούνται μικρές εθνικές ή θρησκευτικές ομάδες. Σήμερα, η πολεμική αναφορικά με το νόμο κατά του πέπλου αντανακλά την αδυναμία του κράτους. Η αφομοίωση μέσω της απαγόρευσης είναι αποτυχία. Αν το νομοσχέδιο ψηφιστεί, οι διευθυντές το σχολείων πρέπει, από το Σεπτέμβριο του 2004, να κάνουν κατάσχεση στις μαντήλες και να μετρούν το μήκος των σταυρών που φορούν οι μαθητές στο λαιμό. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει πολλές ομάδες στην αύξηση των αποστάσεών τους από το κράτος και στην ενίσχυση των εθνικοθρησκευτικών ζηλωτών… Οι μουσουλμάνοι κήρυκες βρίσκουν σε αυτή την οργισμένη κανονιστική τακτική την επιβεβαίωση της θέσης τους, αυτή της καταπίεσης του Ισλάμ από τη Δύση».

Μια ηχογράφηση που αποδίδεται στον τότε υπαρχηγό του Οσάμα Μπιν Λάντεν, στον Αιγύπτιο Αϊμάν Αλ-Ζαουάχρι, καταδίκασε το γαλλικό νόμο που απαγορεύει το ισλαμικό πέπλο στα δημόσια σχολεία. Η κασέτα μεταδόθηκε στις 24 Φεβρουαρίου από το δορυφορικό κανάλι Αλ-Αραμπίγια. «Η τελευταία απόφαση του Γάλλου Προέδρου να απαγορεύσει στις μουσουλμάνες να καλύπτουν το κεφάλι τους στα σχολεία αποκαλύπτει για μία ακόμη φορά τη μνησικακία των δυτικών σταυροφόρων κατά των μουσουλμάνων», δηλώνει η ηχογραφημένη φωνή. Οι Γάλλοι βουλευτές υπερψήφισαν το νομοσχέδιο, κατά την πρώτη ανάγνωση, στις 10 Φεβρουαρίου, με μεγάλη πλειοψηφία.

Η εβδομαδιαία αμερικανική νεοσυντηρητική εφημερίδα The Weekly Standard, προσπάθησε να καταδείξει την έννοια του Ισλάμ και ποια είναι η σχέση του με την δημοκρατία: «Στη Γαλλία, ο ψυχαναγκασμός της ισλαμικής μαντήλας είναι τόσο έντονος που είναι δύσκολο να τον κατανοήσουν οι ξένοι… Η Γαλλία θεσμοθέτησε τον αυστηρό διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, σύμφωνα με την αρχή της ελευθεροφροσύνης, μια τυπικά γαλλική έννοια. Η ελευθεροφροσύνη αποτελεί ένα συμβιβασμό που επήλθε πριν από έναν αιώνα και βάλε μεταξύ του καθολικισμού ενός παρακμάζοντος κράτους και ενός αμυντικού ορθολογισμού, ο οποίος εδράζεται κυρίως στην αρχή ότι όλες οι θρησκείες πρέπει να περιορίζονται στο πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής. Εκεί όπου το αμερικανικό σύνταγμα επιζητεί την προστασία της ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων του πολίτη από την παρέμβαση του κράτους, η ελευθεροφροσύνη θέλει να προστατέψει τον πολιτικό βίο από τη χειραγώγηση της Εκκλησίας. Ενδέχεται να βεβαιώνουμε με κάπως υπερβολική σπουδή ότι τα ανοικτά δημοκρατικά πολιτεύματα της Δύσης είναι συμβατά με «τη θρησκεία». Ξέρουμε μόνο από την εμπειρία μας ότι είναι συμβατά με τον προτεσταντισμό, τον ιουδαϊσμό και τον καθολικισμό. Δίχως να θέλουμε με κανένα τρόπο να φανούμε προσβλητικοί, θα πούμε ότι, σ’ ένα καθεστώς ελευθεροφροσύνης, το Ισλάμ ίσως δεν είναι εξίσου αφομοιώσιμο με αυτές τις τρείς θρησκείες… Η φιλόσοφος Σαντάλ  Ντελσόλ ανέφερε πρόσφατα τον Μαρσίλιο από την Πάδουα, ο οποίος, το 14ο αιώνα, είχε υποστηρίξει ότι η παποσύνη δεν είχε το δικαίωμα να αναμειγνύεται στις υποθέσεις των κρατών. «Ο ισλαμικός Μαρσίλιος δεν έχει έρθει ακόμα», σημειώνει η συγγραφέας. «Εξάλλου, με ποια κείμενα θα μπορούσε να τεκμηριώσει τις θέσεις του;» Αν η Σαντάλ Ντελσόλ έχει δίκιο, η Γαλλία έχει εγκλωβιστεί σ’ ένα δίλλημα: είτε να απεμπολήσει την αρχή στην οποία στηρίζεται η κοινωνική της αρμονία εδώ και έναν αιώνα, είτε να απαγορεύσει τη δημόσια προβολή του θρησκευτικού φρονήματος. Το ένα από τα δύο, η κοινωνική της συνοχή ή το Ισλάμ, όπως αυτό εφαρμόζεται υπό κανονικές συνθήκες, θα πρέπει να εξαφανιστεί».

Η ημερήσια ισπανική κεντροαριστερή εφημερίδα El Pais, μέσα από την δική της προσέγγιση ανέδειξε τις έννοιες του νόμου, της ελευθεροφροσύνης και της θρησκείας: «Θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι η Γαλλία απατάται και ότι η απαγόρευση της κάλυψης του κεφαλιού σε μουσουλμάνες μαθήτριες λυκείου αποτελεί ένα επιθετικό μέτρο, αναποτελεσματικό και εριστικό. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν σαν να θέλαμε να μην είχε λάβει ποτέ χώρα η Γαλλική Επανάσταση. Ή σαν να μην αποτέλεσε ποτέ η Γαλλία εστία ελευθερίας για τους διωκόμενους όλου του κόσμου. Ή σαν να θέλαμε το Παρίσι, σ’ αυτούς τους καιρούς της παγκοσμιοποίησης, να απαρνιόταν την ελευθερόφρονα εξαίρεσή του, την οποία γνωρίζουμε επίσης και υπό την ονομασία «δημοκρατικό δόγμα». Η απαγόρευση του πέπλου, η οποία φαίνεται αναπόφευκτη, δεν συνιστά ένα μόνο καταναγκαστικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εμποδίσει κάτι. Είναι επίσης ένα γενναιόδωρο μέτρο που έχει ως στόχο του να καταστήσει αδύνατο τον προγενέστερο καταναγκασμό, ο οποίος ασκήθηκε από αυτούς που, έχοντας καταφύγει στην πατρική αυθεντία, θα ήθελαν να υποχρεώσουν τις θυγατέρες του Ισλάμ να προπαγανδίσουν μια πίστη που, στη Δύση, θεωρείται γενικά ως καταπιεστική, κυρίως για τις γυναίκες… Αντίθετα, φαίνεται ότι η περιρρέουσα μη ταυτοτική ελευθεροφροσύνη ισπανικού ή βρετανικού τύπου ανέχεται με καλύτερο τρόπο τη συνύπαρξη αρκετών ταυτοτήτων στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας. Είναι η πιο πλούσια όψη, αλλά και η πλέον άκαμπτη, του αποκαλούμενου γαλλικού δημοκρατικού δόγματος: να πιστεύουμε ότι μπορούμε πάντα να καταφεύγουμε στο νόμο ως στοιχείο προόδου».

Τι γίνεται όμως επί της ουσίας με την ισλαμική μαντήλα στις χώρες του κόσμου; Στη Μεγάλη Βρετανία, στην Ισπανία, στις σκανδιναβικές χώρες, στην Ολλανδία ή το Βέλγιο, ο επικεφαλής του κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος καταρτά το δικό του εσωτερικό κανονισμό σχετικά με τις στολές και τα διακριτικά θρησκευτικά σημεία. Σε αυτές τις χώρες, η ισλαμική μαντήλα δεν προκάλεσε κάποια έντονη πολεμική. Στη Σουηδία, όταν δύο Σομαλές μαθήτριες θέλησαν να μπουν στην τάξη με μπούρκα, οι σχολικές αρχές υιοθέτησαν αμέσως κείμενο που απαγόρευε στους μαθητές να φορούν ρούχα, που δεν επιτρέπουν την αναγνώρισή τους. Στο γαλλόφωνο Βέλγιο, ορισμένοι εξέφρασαν την επιθυμία να ψηφιστεί νόμος συναφής με τον γαλλικό.

Στη Γερμανία, ο ενδυματολογικός κώδικας των σχολείων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των ομόσπονδων κρατιδίων. Το ζήτημα ξαναήρθε στην επικαιρότητα, όταν μία εκπαιδευτικός θέλησε να προσέλθει στα μαθήματά της φορώντας πέπλο. Κατά τη συνεδρίασή του, το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει απόφαση, αποφαινόμενο ότι έπρεπε να αναλάβουν την επίλυση του προβλήματος τα ομόσπονδα κρατίδια. Η Τουρκία, μουσουλμανική χώρα με πληθυσμό πάνω από 70 εκατ. της οποίας η ιστορία σημαδεύτηκε απο την ελευθεροφροσύνη του Μουσταφά Κεμάλ, απαγορεύει τη μαντίλα στα σχολεία και σε όλα τα δημόσια κτήρια.

Τα συμπεράσματα δικά σας…

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου