Φυσικά δεν αναφέρομαι σε άλλον πέρα από τον θρυλικό κατάσκοπο 007, τον οποίο υποδύθηκε ο Άγγλος ηθοποιός σερ Ρότζερ Μουρ (Sir Roger George Moore) σε διάστημα 12 χρόνων σε επτά ταινίες, από το 1973 έως το 1985. Γεννημένος στις 14 Οκτωβρίου 1927 στo Στόκγουελ του Λονδίνου, ήταν το μοναχοπαίδι του αστυνομικού Τζωρτζ Άλφρεντ Μουρ και της Λίλιαν (Λίλυ) Μουρ, το γένος Πόουπ (Pope). Φοίτησε στο γυμνάσιο ‘Battersea’, αλλά με την εκτόπιση εξαιτίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στάλθηκε στο ‘Holsworthy’ του Devon. Από την ηλικία των 15 κιόλας ήρθε σε επαφή για 1η φορά με τον κινηματογράφο, όταν πήγε να εργαστεί ως μαθητευόμενος κινουμένων σχεδίων για την κινηματογραφική εταιρεία ‘Publicity Picture Productions’ στο Λονδίνο , εγκαταλείποντας το σχολείο. Τελείωσε, όμως, το σχολείο στο γυμνάσιο αρρένων του Dr Challoner στο ‘Amersham’ του Buckinghamshire και παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του ‘Durham’, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Ήταν καλός μαθητής αλλά ήταν ακόμα καλύτερος στην κολύμβηση, κάτι το οποίο του χρησίμευσε στην μετέπειτα καριέρα του ως ηθοποιός (σε ταινίες όπως ‘James Bond’).

Τα πρώτα βήματα του Roger Moore στον κινηματογράφο έγιναν με ρόλους μικρής διάρκειας, όπως χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ολιγόλεπτη εμφάνιση του στην ταινία ‘Καίσαρ και Κλεοπάτρα’ (1945). Μια εμφάνιση που εντυπωσίασε το σκηνοθέτη Brian Desmond Hurst, παρέχοντας του μια θέση στη ‘Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης’, με όλα τα δίδακτρα πληρωμένα. Η εκκολαπτόμενη καριέρα του, όμως, ξαφνικά διακόπτεται στην ηλικία των 18 ετών, με την υποχρεωτική στράτευση του στην Γερμανία, λίγο μετά το τέλος του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου. Μετά από 3 χρόνια, ολοκληρώνοντας τη στρατιωτική του θητεία επέστρεψε πίσω στο Λονδίνο, για να συνεχίσει την καριέρα που άφησε στη μέση, παίζοντας αυτή τη φορά σε ταινίες ενσαρκώνοντας ρόλους μεγαλύτερης διάρκειας. Με τη σειρά ‘Ivanhoe’ στη βρετανική τηλεόραση ο Moore απέκτησε για πρώτη φορά μεγάλη δημοσιότητα, αλλά δε δοκίμασε τη διεθνή επιτυχία μέχρι που του έγινε η πρόταση να πρωταγωνιστήσει στη σειρά ‘Ο Άγιος’ στη δεκαετία του ’60.

Τον ρόλο του Σάιμον Τέμπλαρ στη σειρά ‘Ο Άγιος’ δόθηκε από τον παραγωγό Λιου Γκρέιντ, βασισμένη στα μυθιστορήματα του Λέσλι Τσάρτερις. Ο Μουρ είχε πει σε συνέντευξή του τότε (1963) ότι ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα του Τσάρτερις. Η τηλεοπτική αυτή σειρά γυρίστηκε στη Βρετανία, αλλά σημείωσε τόσο μεγάλη επιτυχία με την προβολή της σε αρκετές άλλες ξένες χώρες, δίνοντας στο όνομα «Μουρ» διεθνή αναγνώριση και δημοσιότητα, ιδίως από το 1967 και μετά. Επιπλέον, εδώ ο Μουρ καθιέρωσε το κομψό, γεμάτο αυτοπεποίθηση, γοητευτικό και περιπαικτικό στυλ του, το οποίο μετέφερε και στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ. Στα ύστερα χρόνια της σειράς ο Μουρ έφθασε να σκηνοθετήσει αρκετά επεισόδιά της.

Η σειρά προβλήθηκε από το 1962 επί εξαετία (μέχρι το 1967 ασπρόμαυρη και μετά έγχρωμη), με 118 επεισόδια, κάτι που την κατέστησε (μαζί με τη σειρά ‘The Avengers’) τη μακροβιότερη σειρά του είδους της στην ιστορία της βρετανικής τηλεόρασης. Ωστόσο, από ένα σημείο και ύστερα ο Μουρ άρχισε να βαριέται τον ρόλο. Φεύγοντας από τη σειρά, γύρισε αμέσως δύο κινηματογραφικές ταινίες: το ‘Crossplot’ (1969) και το απαιτητικότερο ‘The Man Who Haunted Himself’ (1970), σε σκηνοθεσία Μπέιζιλ Ντήαρντεν. Οι κριτικές εκείνης της εποχής ήταν χλιαρές, όπως και η εμπορική επιτυχία των ταινιών αυτών, αλλά παρόλα τα κακεντρεχή σχόλια δόθηκε η ευκαιρία στον Μουρ να επιδείξει ένα ευρύτερο ερμηνευτικό φάσμα από αυτό που του είχε επιτρέψει ο ρόλος του ως «Άγιος».

Η καριέρα του Moore στη μεγάλη οθόνη δεν ήταν μέχρι τότε πραγματικά εκθαμβωτική, μέχρι που η τύχη του άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν του προσφέρθηκε ο ρόλος του ‘James Bond’, ένα αγαπημένο βιβλίο και ταινία χαρακτήρων, δημιουργία του Βρετανού συγγραφέα Ίαν Φλέμινγκ . Στην αυτοβιογραφία του (2008) γράφει ότι δεν είχε ποτέ προσεγγιστεί να παίξει τον ήρωα στον ‘Dr. No’ (1962), ούτε πιστεύει ότι είχε ποτέ θεωρηθεί ως μία εναλλακτική λύση για τον ρόλο. Μόνο αφού ο Σον Κόνερι το 1966 ανακοίνωσε ότι δεν θα έπαιζε τον Μποντ, ο Μουρ συνειδητοποίησε ότι ίσως να ήταν υποψήφιος για τον ρόλο. Αλλά μετά από την ταινία «Στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητος» (1969) με τον Τζωρτζ Λέιζενμπυ, ο Κόνερι έπαιξε και πάλι τον Μποντ, στην ταινία ‘Τα διαμάντια είναι παντοτινά’ (1971), οπότε ο Μουρ δεν ξανασκέφθηκε αυτή τη δυνατότητα.

Μπορεί ο Σον Κόνερι να ήταν ο πρώτος Τζέιμς Μποντ, όμως δεν ήταν αυτός που είχε τις περισσότερες εμφανίσεις. Άλλωστε τον Αύγουστο του 1972, ο παραγωγός Άλμπερτ Μπρόκολι, προσέγγισε τον Μουρ και του πρότεινε τον ρόλο του θρυλικού πράκτορα, πρόταση την οποία ο Μουρ αποδέχθηκε. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει ότι έπρεπε να κόψει τα μαλλιά του και να χάσει βάρος προκειμένου να υποδυθεί τον Μποντ, πράγματα που δεν του άρεσαν. Οι ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε ήταν επτά, με πρώτη το 1973 με τον τίτλο ‘Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν’. Ακολούθησαν οι παρακάτω ταινίες στις οποίες ο Μουρ υποδύθηκε τον Τζέιμς Μποντ: ‘Ο άνθρωπος με το χρυσό πιστόλι’ (1974), ‘Η κατάσκοπος που με αγάπησε’ (1977), ‘Επιχείρηση Μουνρέικερ’ (1979), ‘Για τα μάτια σου μόνο’ (1981), ‘Επιχείρηση Οκτόπουσυ’ (1983). Η τελευταία ταινία ήταν η «Επιχείρηση Κινούμενος στόχος» (‘A View to a Kill’) το 1985. Σε αυτήν ο Τζέιμς Μποντ ήταν 58 ετών, κατά συνέπεια έγινε ο γηραιότερος κινηματογραφικός Τζέιμς Μποντ που είδαμε ποτέ.

Επί πέντε χρόνια μετά την τελευταία ταινία του ως ‘James Bond’, ο Μουρ δεν έπαιξε σε κινηματογραφική ταινία, εκτός από την κομεντί ‘Bed & Breakfast’, που γυρίστηκε το 1989, αλλά βγήκε στους κινηματογράφους το 1992. Επανεμφανίσθηκε το 1990 σε αρκετές ταινίες και στην τηλεοπτική σειρά ‘My Riviera’. Είχε έναν μεγαλύτερο ρόλο στην ταινία ‘The Quest’ του Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ. Σε μία από τις τελευταίες του ταινίες, σε ηλικία 73 ετών, ο Μουρ δεν δίστασε να υποδυθεί έναν εκδηλωτικό ομοφυλόφιλο στην ταινία ‘Boat Trip’ (2002). Η τελευταία του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στην ταινία «Κάποια να με προσέχει» (The Carer) το 2016.

«Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων μου ως ηθοποιός μου είπαν ότι για να πετύχεις χρειάζεσαι προσωπικότητα, ταλέντο και τύχη σε ίσο βαθμό», λέει ο Moore στο περιοδικό ‘Guardian’ το 2014, «Διαφωνώ σε αυτό. Για μένα ήταν 99% τύχη. Δεν είναι καλό να είσαι ταλαντούχος και να μην βρίσκεσαι στο σωστό μέρος την κατάλληλη στιγμή».

Πέρα από το ταλέντο του στην υποκριτική ο Μουρ διακρίθηκε για τους τίτλους που έλαβε. Χαρακτηριστικά, το 1999 ο Moore έλαβε τον τίτλο ‘Commander of the Order of the British Empire’(Κυβερνήτης της τάξης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας), ενώ το 2003 χρίστηκε ‘Ιππότης’ (Knight Commander of the Order of the British Empire) από τη βασίλισσα Ελισάβετ. Το δεύτερο χρίσμα ήταν για το τεράστιο φιλανθρωπικό έργο του Moore, το οποίο είχε ξεκινήσει από το 1991, όταν και έγινε Πρέσβης Καλής Θέλησης της UNICEF, έχοντας επηρεαστεί από το φιλανθρωπικό έργο της φίλης του Audrey Hepburn με τον οργανισμό.

 

 

 

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου