Η Κίνα ξύπνησε και βρέθηκε στα όνειρα μας… και στους εφιάλτες μας επίσης. Σε πολύ μικρό διάστημα, η Κίνα τρύπωσε στην καθημερινότητά μας. Οι καταναλωτές αλλά και οι επιχειρηματίες, οι παραγωγοί αλλά και οι φοιτητές εξοικειώθηκαν με το κινέζικο περιβάλλον, το οποίο, αν και εξωτικό και γοητευτικό, κατέστη αναπόφευκτο και μερικές φορές πηγή ανησυχιών.

Νέος «μεγάλος παίκτης» πλέον στη διεθνή σκηνή, η Κίνα εντάσσεται σιγά-σιγά σε όλους τους σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς όπως στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τους G8. Η Κίνα επιβάλλεται έτσι ως παγκόσμια οικονομική δύναμη και διατρανώνει τη θέλησή της για ειρηνική συνύπαρξη με τους, μακρινούς ή κοντινούς, εταίρους της. Θα κρατήσει πολύ αυτή η στάση; Ορισμένοι, κυρίως στην Ουάσινγκτον, αμφιβάλλουν.

Τι γίνεται όμως με το ζήτημα της εκπαίδευσης στη Κίνα;

Η εκπαίδευση ήταν μία από τις μεγαλύτερες προτεραιότητες του νέου καθεστώτος στη δεκαετία του 1950. Εκείνη την εποχή, στην ηλικιακή ομάδα των άνω των 30 ετών, το 70% με 80% των αγροτών ήταν αναλφάβητοι (από τους οποίους σχεδόν το σύνολο ήταν γυναίκες) και περίπου το 60% των εργατών.

Ένας πρώτος κύκλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δημιουργείται τότε σύντομα στις πόλεις, αλλά αναπτύσσεται με βραδύτερους ρυθμούς στην ύπαιθρο. Τα αποτελέσματα είναι ωστόσο εντυπωσιακά: στα δευτεροβάθμια σχολεία φοιτούν 12,5 εκατ. μαθητές το 1966 (έναντι 1,8 εκατ. το 1949). Προκειμένου να εκσυγχρονισθεί η βιομηχανία, το κράτος χρειάζεται εργάτες και ειδικευμένα στελέχη. Η παιδεία προσανατολίζεται έτσι προς τους τεχνικούς και επαγγελματικούς τομείς. Οι σπουδαστές μηχανικοί αποτελούν μέχρι και το 40% των φοιτητών της ανώτατης εκπαίδευσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Η Πολιτιστική Επανάσταση του 1966 θα φέρει τα πάνω κάτω στην εκπαίδευση. Ο Μάο Τσε Τουνγκ κρίνει με αυστηρότητα την παιδαγωγική εργασία που γίνεται, λέγοντας ότι «η άποψη που έχουν για τον κόσμο οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές, που έχουν σπουδάσει από την απελευθέρωση και μετά, είναι θεμελιωδώς καπιταλιστική». Σχεδόν όλα τα πανεπιστήμια θα σταματήσουν τις δραστηριότητές τους ως το 1970. Πάνω από 17 εκατ. νέοι των πόλεων θα σταλούν στην ύπαιθρο και τις φτωχές επαρχίες για να επανεκπαιδευτούν «πολιτικά».

Η εποχή των σοσιαλιστικών ουτοπιών τελειώνει με την κατάληψη της εξουσίας από τον Τενγκ Σιάο-πινγκ το 1978. Το πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα των Τεσσάρων Εκσυγχρονισμών και του ανοίγματος προς το εξωτερικό, προκειμένου να υλοποιηθεί, πρέπει να συνοδευτεί και από την αποκατάσταση του ελέγχου του κράτους επί της εθνικής εκπαίδευσης και την πλήρη αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Η γενικευμένη αποκέντρωση επανακαθορίζει τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των διαφόρων βαθμίδων της επαρχιακής και τοπικής διοίκησης. Το 1986, το κράτος ψηφίζει νέο νόμο για την εκπαίδευση, σύμφωνα με τον οποίο διατηρεί τις εξουσίες του αναφορικά με τους βασικούς προσανατολισμούς. Η υποχρεωτική φοίτηση των εννιά ετών (δηλαδή έξι χρόνια στο δημοτικό και τρία χρόνια στο κολέγιο) αποκρύπτει την εγκατάλειψη ενός σπάνιου κεκτημένου της Πολιτιστικής Επανάστασης: τη δωρεάν πρόσβαση όλων στην εκπαίδευση.

Οι περιορισμοί που πηγάζουν από τον προϋπολογισμό αναγκάζουν την κυβέρνηση να αναθεωρήσει ένα σύστημα χρηματοδότησης που ίσχυε στη δεκαετία του 1950. Το κράτος αναλαμβάνει το κόστος λειτουργίας των σχολικών ιδρυμάτων στις πόλεις και των πανεπιστημίων ή ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, υπο τον έλεγχο διαφόρων υπουργείων. Το 2002, η κυβέρνηση αφιέρωσε το 3,41% του ΑΕΠ στην παιδεία, δηλαδή 55 δις ευρώ: 30% στην ανώτερη εκπαίδευση , 40% στη δευτεροβάθμια και 30% στην πρωτοβάθμια. Παραχώρησε στις επαρχίες και τα χωριά την ευθύνη πληρωμής των εκπαιδευτικών και της εγγύησης της διατήρησης των σχολικών υποδομών. Οι τοπικές κυβερνήσεις αύξαναν λοιπόν τους τοπικούς φόρους, ζητούσαν την καταβολή υψηλών διδάκτρων από τις οικογένειες και έκαναν έκκληση στη γενναιοδωρία των τοπικών επιχειρήσεων. Αποτέλεσμα: η Κίνα να βρίσκεται στην 119η θέση επί συνόλου 130 χωρών, σύμφωνα με την Ουνέσκο. Το ¼ του συνολικού εισοδήματος των αστικών νοικοκυριών πήγαινε στην εκπαίδευση ήδη από το δημοτικό και έφθανε στο 40%, όταν το παιδί έμπαινε στο πανεπιστήμιο.

Στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, τα σχολεία επιτρέπεται να ανοίγουν μια επιχείρηση της οποίας τα κέρδη, που απαλλάσσονται από όλους του φόρους, επενδύονται εκ νέου για τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας του σχολείου. Οι καταχρήσεις χρημάτων από τοπικούς αξιωματούχους πολλαπλασιάζονται. Ο Τύπος αναφέρεται σε θανατηφόρα ατυχήματα σε αυτές τις επιχειρήσεις, όπου τα παιδιά τα παιδιά γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης  μέσα σε άθλιες συνθήκες ασφαλείας. Η φυγή των καλύτερων εκπαιδευτικών, που αναζητούν υψηλότερους μισθούς στις πόλεις, αποτελεί πρόσθετο παράγοντα ενίσχυσης ενός συστήματος δύο ταχυτήτων, που αφαιρεί από μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Το 2005, τα ¾ του 4% των αγραμμάτων (στο ηλικιακό κομμάτι των 15 με 50 ετών) ζούσαν στην ύπαιθρο, πάνω από τα 2/3 ήταν γυναίκες. Το 3% των κοριτσιών δεν περνούν ποτέ τις πόρτες του σχολείου έναντι 2,5% των αγοριών.

Για την αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου, που είναι απαραίτητο στον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των κινεζικών επιχειρήσεων και στην ανάπτυξη της έρευνας, ο νόμος του 2002 για την προώθηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης εισάγει τους μηχανισμούς της αγοράς και τον ανταγωνισμό στον εκπαιδευτικό τομέα. 78.500 ιδρύματα έχουν δημιουργηθεί και εκπαιδεύουν περίπου δυο εκατ. μαθητές και φοιτητές το 2004. Τα ετήσια έξοδα φοίτησης στα ιδιωτικά ιδρύματα της νέας αστικής τάξης της Σαγκάης ή του Πεκίνου αντιστοιχούν σε πολλαπλάσιο του ετήσιου μέσου εισοδήματος ενός εργάτη. Αυτός ο νόμος χρησιμεύει επίσης για την εξομάλυνση του καθεστώτος των σχολείων των παιδιών των εσωτερικών μεταναστών, που ήταν παράνομα εδώ και πάνω από 10 χρόνια. Είκοσι ένα εκατομ. παιδιά ζουν σε αστικό περιβάλλον με τους γονείς τους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους δεν έχουν άδεια παραμονής. Δεν μπορούσαν να εγγραφούν σε δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα κάποιας πόλης μέχρι το 2003. Σήμερα η απαγόρευση έχει αρθεί, αλλά έχει αντικατασταθεί από μία βαθιά αίσθηση εξοστρακισμού από την πλευρά των μεσαίων αστικών τάξεων ενάντια σε αυτούς τους «ξένους του εσωτερικού». Οι γονείς φοβούνται για την πτώση του σχολικού επιπέδου, ένα σημαντικό μειονέκτημα για το παιδί τους που θα πάρει μέρος στις πολύ δύσκολες εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια, που είναι και η κατάληξη τόσων οικογενειακών προσπαθειών.

Το δημόσιο σχολείο εκπαιδεύει 244 εκατ. παιδιά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2003 με 12 εκατ. εκπαιδευτικούς. Μόνο το 15% μιας ηλικιακής τάξης θα κάνει ανώτερες σπουδές. Το κράτος έχει εισάγει εδώ και αρκετά χρόνια τη θετική διάκριση για να αυξήσει τις πιθανότητες επιτυχίας των φτωχών είτε πρόκειται για εσωτερικούς μετανάστες, είτε για αγρότες ή παιδιά εργατών. Ο αριθμός των φοιτητών που κάνουν το διδακτορικό τους δεκαπλασιάστηκε μέσα σε είκοσι χρόνια. Μία πιο αυστηρή διοικητική και οικονομική διαχείριση είναι στο επίκεντρο της μεταρρύθμισης των πανεπιστημίων. Μειώθηκε το διοικητικό προσωπικό. Οι καθηγητές μετέχουν σ’ ένα σύστημα η χρηματοδότηση του οποίου συνδέεται με μία «κριτική αξιολόγηση των επιτυχιών τους». Τα πιο γνωστά πανεπιστήμια της χώρας αναδομούνται προκειμένου να ανταποκριθούν στα κριτήρια που θέτουν τα καλύτερα, σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, και δε διστάζουν πλέον να προσλαμβάνουν ειδικούς διεθνούς φήμης. Αυτή η θετική εξέλιξη δεν μπορεί να αποκρύψει τη διαρκή παρουσία του ΚΚΚ, που είναι πολύ επιφυλακτικό έναντι της τάσης των φοιτητικών κύκλων να εμπλέκονται σε κινήματα πολιτικών διεκδικήσεων. Το κύμα διαμαρτυρίας της Άνοιξης του 1989 προκάλεσε κλυδωνισμούς στην εξουσία. Αυτή η εγρήγορση έχει αρνητικά αποτελέσματα στο δυναμισμό και τη δημιουργικότητα των διανοουμένων. Από το 1999 ωε το 2013, πάνω από 200.000 φοιτητές συνέχισαν τις σπουδές τους στο εξωτερικό και μόνο το 1/6 από αυτούς επέστρεψαν στην Κίνα για να εργαστούν.

Ο «δάσκαλος» διατηρεί μια «κομφουκιανική» εξουσία που αναιρεί κάθε διάθεση παρέμβασης από τους μαθητές στη διάρκεια των μαθημάτων. Η «αποστήθιση» και η παθητική εκμάθηση διευκολύνουν βέβαια την ικανότητα απομνημόνευσης, αλλά δεν καλλιεργούν τη δημιουργικότητα, την προσαρμοστικότητα ή την ανταλλαγή απόψεων. Το Υπουργείο Παιδείας επανεισήγαγε μαθήματα που παλιά ήταν απαγορευμένα για πολιτικούς λόγους: την ηθική των φιλοσόφων της αρχαιότητας, τις πολεμικές τέχνες, τη διαμεσολάβηση, την καλλιγραφία, την ποίηση και την κλασική λογοτεχνία… Οι νεαροί Κινέζοι ξαναγνωρίζουν την πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά.

Η εκπαίδευση πρέπει σήμερα να προσαρμοστεί στις βαθιές αλλαγές της κινέζικής κοινωνίας και να ανταποκριθεί στα διακυβεύματα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Ο ανταγωνισμός μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα παρακινεί την κινεζική κυβέρνηση να εξελιχθεί προς νεωτεριστικά παιδαγωγικά μοντέλα. Το κινεζικό σχολείο έζησε μια πραγματική «επανάσταση» πριν από το 2010. Για παράδειγμα, το Υπουργείο Παιδείας αναθεώρησε «τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μαθητών» στηριζόμενο στη σύμβαση των δικαιωμάτων του παιδιού του ΟΗΕ, όπως το δικαίωμα του παιδιού να παρεμβαίνει στη διάρκεια του μαθήματος, το δικαίωμα να πάει στην τουαλέτα, να επιλέγει ελεύθερα τη θέση του. Θεωρούμενη ως «πρόκληση» για τους ορθόδοξους υπέρμαχους της παραδοσιακής εκπαίδευσης, αυτή η αρχή μεταρρύθμισης αντιστοιχεί στην επιθυμία της κινεζικής νεολαίας που, με την τηλεόραση, τα ταξίδια και το Διαδίκτυο, έχει πλήρως εισέλθει στην τρίτη χιλιετία.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου