Μέσα σε λιγότερο από δυο αιώνες, ο παγκόσμιος πληθυσμός ανήλθε από 1 σε 7.5 δις. Πρόκειται για μεταβατικό φαινόμενο ή για δημογραφική έκρηξη; Σε κάθε περίπτωση, ποιες θα είναι οι συνέπειες στην παγκόσμια ισορροπία;

Οι αριθμοί σχετικά με τον πληθυσμό προκαλούν ορισμένες φορές ίλιγγο, προπάντων όταν αφορούν την εξέλιξη των δύο τελευταίων αιώνων. Πολλοί ηγέτες κρατών ανησυχούν για την ταχύτητα της δημογραφικής ανάπτυξης, ενώ για καιρό ο πληθυσμός φαινόταν να διαγράφει μια ήρεμη πορεία που γνώριζε μόνο ανεπαίσθητες και ακανόνιστες αυξήσεις. Έχουμε άραγε ξεκινήσει μια ξέφρενη κούρσα μεταξύ πληθυσμού και μέσων διαβίωσης και οι άνθρωποι θα κατακλύσουν πολύ σύντομα τον πλανήτη; Είναι αλήθεια βέβαια πως εντυπωσιαζόμαστε από ορισμένους αριθμούς που τροφοδοτούν κατά καιρούς οι εφημερίδες: ο παγκόσμιος πληθυσμός ανήλθε από 1 σε 7.5 δις σε λιγότερο από δύο αιώνες· ορισμένες χώρες, οι πιο φτωχές, αυξάνονται με ρυθμό άνω του 3% ετησίως, γεγονός που αντιπροσωπεύει διπλασιασμό του πληθυσμού κάθε 23 χρόνια· ο πληθυσμός της Κίνας αγγίζει σήμερα το 1.400.000.000 κατοίκους… Άραγε οι άνθρωποι απέχουν πολύ από τον έλεγχο της πληθυσμιακής αύξησης;

Όλοι συμφωνούν για να προβλέψουν τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού. Σε 9, 10, 12 δις ή περισσότερα; Οι απόψεις διίστανται. Στο μεταξύ, πρέπει να συνεκτιμηθούν πολλά στοιχεία. Το Aids θα συνεχίσει να θερίζει τους πληθυσμούς, ιδίως στην Αφρική; Οι πόλεις θα συνεχίσουν την υπέρμετρη ανάπτυξή τους όπως συμβαίνει σήμερα; Οι ηλικιωμένοι θα αντιπροσωπεύουν πάντα πολύ σημαντικό μέρος του πληθυσμού; Αυτές είναι ορισμένες από τις σοβαρότερες προκλήσεις του μέλλοντος.

Αλλά ένα ζήτημα παραμένει ζωτικής και αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας: ο όγκος των τροφίμων θα επαρκεί για την κάλυψη των επισιτιστικών αναγκών 3 δις επιπλέον ατόμων που προβλέπονται το 2050; Βρισκόμαστε μπροστά στη διασταύρωση της δημογραφικής έκρηξης και του επισιτισμού, δηλαδή, της δημογραφίας και της οικονομίας.

Σήμερα, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν όχι μόνο από υποσιτισμό, αλλά και πεθαίνουν από λιμό. Ειδικοί, διατροφολόγοι, αγρονόμοι, δημογράφοι ή οικονομολόγοι ασχολούνται συστηματικά, από τη δεκαετία του 1950, με το συγκεκριμένο ζήτημα, ιδίως για να διαφωτίσουν τον FAO (Οργανισμός Γεωργίας και Τροφίμων των Ηνωμένων Εθνών), αλλά προπάντων για να προβλέψουν τι μας επιφυλάσσει το αύριο.

Σύμφωνα με το Διεθνές Ταμείο Γεωργικής Ανάπτυξης «ο όγκος της δημόσιας βοήθειας για την ανάπτυξη στον τομέα της γεωργίας μειώθηκε από 4,9 δις δολάρια σε 2,5 δις την περίοδο 1988-1999. Το μερίδιο της γεωργίας στα τραπεζικά δάνεια για την πολυμερή ανάπτυξη επίσης υποχώρησε. Το μερίδιο των δανείων της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη γεωργία που αντιπροσώπευε, πριν από μια εικοσαετία, περίπου το 25% των συνολικών δανείων της, υποχώρησε το 2000 σε περίπου 7%, δηλαδή σχεδόν 1,1 δις δολάρια. Τα δάνεια για τη γεωργία που χορηγούσαν οι περιφερειακές τράπεζες ανάπτυξης κατέγραψαν επίσης σημαντική μείωση».

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το μέλλον, πρέπει αρχικά να εξετάσουμε την παρούσα κατάσταση συγκρίνοντας τα διαθέσιμα τροφίμων και τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού. Εν προκειμένω, θα στηριχθούμε στους υπολογισμούς που έκανε το 1996 ο αγρονόμος μηχανικός του Ined, Phillipe Collomb. Το 1992, ο FAO εκτίμησε τα διαθέσιμα τρόφιμα σε 2.718 θερμίδες κατ’ άτομο ημερησίως (εξαιρώντας τις ζωοτροφές). Οι διατροφικές ανάγκες που ορίζονται από τους διατροφολόγους ποικίλλουν ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, το ύψος, το βάρος, τη σωματική δραστηριότητα κ.λ.π. Οι ανάγκες αυτές υπολογίζονται για παράδειγμα σε 2.400 θερμίδες για τους βορειοαμερικανικούς πληθυσμούς και σε 2.150 θερμίδες για τους Αφρικανικούς.

Παγκοσμίως, η κατάσταση έχει εξελιχθεί από τη δεκαετία του 1960, εφόσον το ποσοστό επισιτιστικής κάλυψης ανήλθε από 1,05 το 1962 σε 1,12 το 1970 και 1,3 το 1990. Οι ορυζοπαραγωγοί πληθυσμοί έχουν σαφώς βελτιώσει τις αποδόσεις τους, πράγμα που δεν ισχύει γι’ αυτούς που διατρέφονται κυρίως με ρίζες ή βολβούς. Η οικονομική ανάπτυξη, ιδίως η αγροτική, εξηγεί αυτή τη βελτίωση (πράσινη επανάσταση στην Ινδία και αλλού, αρδευτικά έργα, ρύθμιση των αγορών, διατήρηση αποθεμάτων). Οι πιο πλούσιες χώρες κατάφεραν έτσι να εισάγουν τα τρόφιμα που τους έλειπαν.

Πάντως, η παρούσα κατάσταση παρουσιάζει έντονες αντιθέσεις, ανά ήπειρο. Το ποσοστό κάλυψης είναι κατά μέσο όρο 1,08 για την αφρικανική ήπειρο. Αλλά αν οι βορειοαφρικανικές χώρες διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για τη μαζική εισαγωγή δημητριακών, αυτό δεν ισχύει για τις χώρες που βρίσκονται νοτίως της Σαχάρας των οποίων οι πληθυσμοί τρέφονται με σόργο και διάφορα είδη κεχριού: το έλλειμμα είναι χρόνιο. Ομοίως, εκεί όπου οι κάτοικοι τρέφονται με κολοκασία, ιγνάμα και μανιόκα, ο λιμός είναι ενδημικός, ελλείψει πόρων για την εισαγωγή δημητριακών.

Το ρύζι διατρέφει περίπου το ήμισυ της ανθρωπότητας. Τα 9/10 της παραγωγής ρυζιού προέρχονται από την Ασία των μουσώνων όπου η καλλιέργειά του, στους ορυζώνες, διασφαλίζει την επιβίωση πολλών πληθυσμών. Η μεγάλη ευελιξία της καλλιέργειας αυτού του δημητριακού και η ανάπτυξη των γεωργικών τεχνικών εξηγούν τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να καλλιεργούν ρύζι σε ποικίλα περιβάλλοντα.

Σε άλλο σημείο το Διεθνές Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης σημειώνει: «το Σεπτέμβριο του 2000, οι παγκόσμιοι ηγέτες που συγκεντρώθηκαν στη σύνοδο κορυφής της Χιλιετίας υπέγραψαν τη δέσμευση για «μείωση κατά τα ήμισυ, μέχρι το 2015, της αναλογίας αυτών που διαβιούν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα και αυτών που υποφέρουν από λιμό». Το χαμηλό επίπεδο της κατανάλωσης δεν είναι η μόνη πτυχή της φτώχειας. Έχει κι άλλες, για παράδειγμα, τον υποσιτισμό, τον αναλφαβητισμό, το βραχύ προσδόκιμο ζωής, την ανασφάλεια, την αδυναμία και την έλλειψη αυτοεκτίμησης.

Γνωρίζοντας αυτή την πολυδιάστατη πτυχή της φτώχειας, τα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών επέλεξαν, στη διακήρυξη που εξέδωσε η σύνοδος κορυφής της Χιλιετίας, μια προσέγγιση που αποσκοπεί σε πολλαπλούς τομείς, ιδίως την ανάπτυξη, την εκπαίδευση και την υγεία, και της οποίας τελικός στόχος είναι η μείωση της φτώχειας. Η υλοποίηση των στόχων της Χιλιετίας απαιτεί ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη που θα στηρίζεται σε ευρεία βάση. Κατά την τελευταία δεκαετία, η μείωση της φτώχειας προχώρησε με ρυθμό πολύ χαμηλότερο του αντίστοιχου των δύο προηγούμενων δεκαετιών· στην πραγματικότητα, ήταν τρεις φορές βραδύτερος του απαιτούμενου για τη μείωση της ακραίας φτώχειας κατά το ήμισυ σε ολόκληρο τον πλανήτη μέχρι το 2015, και έξι φορές χαμηλότερος στην υποσαχάρια Αφρική».

Οι μελλοντικές ανάγκες εξαρτώνται κατ’ αρχάς από τον όγκο του παγκόσμιου πληθυσμού. Η άνοδος από 5,7 δις το 1995 σε 9,8 δις το 2050 (πρόκειται για τη μέση υπόθεση που έκαναν τα Ηνωμένα Έθνη το 1994) αντιπροσώπευε παγκόσμια αύξηση της τάξης του 72%, δηλαδή 2% για τις αναπτυγμένες χώρες και 174% για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Όμως κι άλλοι παράγοντες διαδραματίζουν ρόλο, όπως η αναλογία των νέων και των ηλικιωμένων, το μέσο ύψος των ατόμων, η αστικοποίηση και η εξέλιξη της γονιμότητας. Χρειαζόμαστε περισσότερη τροφή για τους πληθυσμούς νεαρής ηλικίας της Αφρικής και λιγότερα τρόφιμα για τους γηράσκοντες πληθυσμούς της Ευρώπης, της Ιαπωνίας και της βορείου Αμερικής.

Η αύξηση του μέσου ύψους των ατόμων δημιουργεί αυξανόμενη ζήτηση τροφής: τα ψηλότερα άτομα έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από τα κοντύτερα. Η επίδραση της διατροφής στη σωματική διάπλαση είναι αναντίρρητη: το ύψος των Κινέζων έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Σε παγκόσμια κλίμακα, η αύξηση μπορεί να φθάσει το 1 εκατοστό ανά δεκαετία. Αντιθέτως, η αστικοποίηση (που προϋποθέτει και αλλαγή δραστηριότητας) και η γονιμότητα (οι μη έγκυοι έχουν μικρότερες ανάγκες από τις εγκύους) λειτουργούν προς την αντίστροφη κατεύθυνση και θα μειώσουν τις μέσες ανάγκες.

Έτσι, την περίοδο 1995-2050, οι ανάγκες του παγκόσμιου πληθυσμού θα αυξηθούν κατά 75%, με έντονες περιφερειακές αποκλίσεις: 60% για τις χώρες που καταναλώνουν ρύζι, 250% για τις χώρες τις υποσαχάριας Αφρικής.

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ένας θεμελιώδης συμπληρωματικός παράγοντας: η διαφοροποίηση της δίαιτας. Αφότου ανακαλύφθηκε η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι ανθρώπινοι πληθυσμοί κατέφυγαν μαζικά στα δημητριακά, στις ρίζες και τους βολβούς, σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι εξαρτημένοι απόλυτα από μια κακή εσοδεία, όπως στην περίπτωση του λιμού στην Ιρλανδία το 1845-1846, λόγω ασθένειας του φυτού της πατάτας. Αφότου οι χώρες εισήλθαν στη βιομηχανική επανάσταση, οι πληθυσμοί τους άρχισαν να καταναλώνουν περισσότερο κρέας, μια τροφή πολύ πλούσια σε θερμίδες. Αν αυτή η εξέλιξη συνεχιστεί τον 21ο αιώνα για όλους τους πληθυσμούς της υφηλίου, θα δημιουργήσει συμπληρωματικές ανάγκες φυτικών προϊόντων.

Λαμβάνοντας υπόψη τον τελευταίο παράγοντα, πρέπει τελικά να προβλέψουμε αύξηση κατά 125% των πόρων φυτικής προέλευσης για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού το 2050: 2% για τις πλούσιες χώρες, 92% για τη λατινική Αμερική, 134% για την Ασία και 414% για την Αφρική. Η αύξηση σημαίνει άνοδο της γεωργικής παραγωγής μεγαλύτερη του 3% για την Αφρική και μικρότερη του 2% για τον υπόλοιπο κόσμο.

Σύμφωνα με τη Le Monde, της 25ης Νοεμβρίου του 2003, «η απόφαση που έλαβε, στις 25 Σεπτεμβρίου του 2003, ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα ντε Σίλβα για την προσωρινή νομιμοποίηση της πώλησης τροποποιημένης γενετικά σόγιας για την εσοδεία του 2004 είναι άκρως συμβολική των εντυπωσιακών προκλήσεων που αντιπροσωπεύουν οι ΓΤΟ για τη γεωργία, την υγεία και το περιβάλλον. Η απόφαση επικροτήθηκε από πολλούς γεωργούς και επικρίθηκε από όσους εξ αυτών συμμερίζονται τις απόψεις των οικολόγων».

 

Τέτοιες αποδόσεις δεν είναι εξωπραγματικές, εφόσον ο ρυθμός ανάπτυξης της γεωργικής παραγωγής στην ανατολική Ασία το διάστημα 1950-1990 υπερέβη το 4%. Η έρευνα για πιο παραγωγικές ποικιλίες δημητριακών και πιο κανονικές αποδόσεις εντείνεται και αποτελεί αντικείμενο ενίοτε βίαιων συζητήσεων μεταξύ γεωργών, βιολόγων και πολιτικών. Οι έρευνες αφορούσαν το σιτάρι, το ρύζι, τον αραβόσιτο: θα ήταν ευκταίο να αφορούσαν και τους βολβούς και τις ρίζες. Το εντονότερο ερωτηματικό αφορά την αφρικανική ήπειρο που φέρει τα σοβαρότερα μειονεκτήματα όπως τη φτώχεια, την έλλειψη υποδομών και την ανεπάρκεια σε τοπική κλίμακα υγιών ανδρών λόγω του Aids.

Οι υπολογισμοί έγιναν το 1996. Έκτοτε, τα Ηνωμένα Έθνη αναθεώρησαν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για το 2050: στη μέση υπόθεση, αναμένονται περισσότεροι από 9,8 δις κάτοικοι, αλλά σχεδόν 1 δις λιγότεροι (8.919), γεγονός που αμβλύνει την επιβάρυνση της γεωργικής παραγωγής. Άραγε, οι άνθρωποι θα χορταίνουν την πείνα τους μετά από πενήντα χρόνια; Πιθανόν, αλλά υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: οι έρευνες για τα είδη διατροφής να αυξηθούν σημαντικά, η πρόσβαση στη διατροφή να είναι εφικτή για όλους (πράγμα που απέχει πολύ από την πραγματικότητα) και τέλος οι εθνικές και διεθνείς διαιτησίες να είναι ευνοϊκές για τους φτωχούς αγρότες, που παράγουν επισιτιστικούς πόρους.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου