Το υδραγωγείο του Χορτιάτη είναι μια ρωμαϊκή κατασκευή, που τροφοδοτούσε με νερό την πόλη της Θεσσαλονίκης. Η αρχική φάση του χρονολογείται στον 1ο αιώνα μ.Χ. Έχει μήκος 223 μ. και μέγιστο ύψος 20 μ. Η σημασία του έργου για την ύδρευση της Θεσσαλονίκης υπήρξε καθοριστική στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της πόλης, καθώς τα νερά των πηγών ύδρευαν την πόλη ή τμήματά της, για περίπου δεκαεννιά αιώνες. Η υδατογέφυρα σώζεται σε συνολικό μήκος περίπου 223μ. και κατευθύνεται προς τα ΝΑ προς το χωριό, ενώ προς την αντίθετη κατεύθυνση συνεχίζει σχεδόν παράλληλα προς το δρόμο Χορτιάτη-Ασβεστοχωρίου και χάνεται κάτω από τις εκτάσεις του σύγχρονου στρατοπέδου. Το υδραγωγείο είναι θεμελιωμένο απευθείας στο φυσικό ασβεστολιθικό βράχο. Είναι χτισμένο με κατεργασμένους και αργούς λίθους διαφόρων μεγεθών και πλίνθους, ενώ ως συνδετικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί ασβεστοκονίαμα. Το κανάλι ακολουθούσε τη διαδρομή Χορτιάτη-Καμάρα-Πανόραμα-Εξοχή-Άνω Πόλη. Το νερό συγκεντρωνόταν στη δεξαμενή της μονής Βλατάδων και από κει διανεμόταν στις βρύσες της πόλης.

Ο κύκλος του νερού σε ιστορικές περιόδους

Η Θεσσαλονίκη διέθετε υπόγεια νερά, που αρχικά επαρκούσαν για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων της. Στη ρωμαϊκή εποχή όμως η κατάσταση άλλαξε. Η αύξηση του πληθυσμού της πόλης και η παράλληλη κατασκευή λουτρών, δημόσιων κτισμάτων και άλλων οικοδομημάτων δημιούργησαν μεγαλύτερες απαιτήσεις, οι οποίες είναι λογικό να οδήγησαν στην αναζήτηση νέων λύσεων, όπως η υδροδότηση από τον Χορτιάτη. Το Υδραγωγείο είναι ένα μεγάλο κατασκευαστικό έργο, άρα η πόλη, εκείνη την περίοδο, πρέπει να βρισκόταν σε οικονομική άνθηση. Την ίδια εποχή κατασκευάζονται και άλλα μεγάλα έργα, όπως η Πύλη του Γαλέριου (Καμάρα), η Ροτόντα, η αρχαία αγορά κ.ά. Οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν επίσης πολλά λουτρά και συγκροτήματα Θερμών (θερμόλουτρα), υπολείμματα των οποίων βρέθηκαν κατά καιρούς σε διάφορα σημεία της πόλης (Αγ. Δημήτριος, Αχειροποίητος, Αγία Σοφία, Αντιγονιδών, Αριστοτέλους και Χαμάμ Μπέη). Τα λουτρά αυτά βέβαια δεν μπορούσαν να έχουν τοπικό νερό, αλλά υδροδοτούνταν από τις πηγές του Χορτιάτη. Το κανάλι του ρωμαϊκού υδραγωγείου ξεκινούσε από τις πηγές, βόρεια από το σημερινό χωριό Χορτιάτη και κατηφορίζοντας περνούσε την υδατογέφυρα του χωριού. Στην υδατογέφυρα διακρίνουμε σήμερα τρία διαδοχικά στρώματα: Το κάτω που είναι και το παλιότερο, είναι το ρωμαϊκό. Πάνω απ’ αυτό ακολουθούν το βυζαντινό και το τούρκικο (πηγή: Π. Θεοδωρίδης αρχιτέκτονας της εφορίας βυζαντινών αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης).

Η δεύτερη, παλαιοχριστιανική φάση, θα μπορούσε να σχετίζεται με τα υδρευτικά έργα που γνωρίζουμε ότι πραγματοποίησε στην περιοχή της Θεσσαλονίκης ο Μ. Κωνσταντίνος. Μία από τις μεσοβυζαντινές επισκευές συνδέεται ίσως με τη γενικότερη ανάπτυξη της περιοχής του Χορτιάτη, που οφείλεται στο χτίσιμο και την ακμή της Μονής Χορταΐτου. Οι Βυζαντινοί, συντηρούσαν το υδραγωγείο εγκαθιστώντας μόνιμο προσωπικό που το φρόντιζε. Επιπλέον το βελτίωσαν επισκευάζοντας το, κυρίως στην εποχή του Ιουστινιανού, με σκοπό την αύξηση της ποσότητας του τρεχούμενου υγρού. Αυτό συνέβη γιατί την εποχή αυτή το νερό εκτός από πόσιμο, χρησιμοποιούνταν και σαν κινητήρια δύναμη.

Η πρώτη από τις φάσεις του υδραγωγείου που ανήκει στην περίοδο της τουρκοκρατίας θα πρέπει να αποδοθεί στον Μουράτ Β΄, καθώς λίγο μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης το 1430, μερίμνησε για την επισκευή της υδατογέφυρας. Επιπλέον κατασκεύασε είκοσι νέες κρήνες στη Θεσσαλονίκη, καθώς και το περίφημο «Λουτρό του Μπέη», που έπαιρνε νερό από τον Χορτιάτη. Η τουρκική διοίκηση έκανε διάφορα έργα μέσα στην πόλη και φρόντισε ν’ αυξήσει την ποσότητα του νερού, η οποία έφτανε τα 690 μασούρια, όπως φαίνεται από τις καταγραφές του 1827 και του 1844. Η ποσότητα αυτή ισοδυναμεί με 100 μ3 ανά ώρα. Η ποσότητα αυτή είναι περίπου αντίστοιχη με τη σημερινή των πηγών του Χορτιάτη. Οι Τούρκοι, σ’ όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας τους, φρόντισαν ιδιαίτερα το υδραγωγείο και μάλιστα κατασκεύασαν στη διαδρομή του βρύσες, για το πότισμα των γύρω χωραφιών, των ζώων καθώς και των περαστικών. Εκμεταλλεύτηκαν επίσης, όπως και οι Βυζαντινοί, την κινητήρια δύναμη του νερού. Η εκμετάλλευση των νερόμυλων ρυθμίζονταν με φιρμάνια και ιεροδικαστικές αποφάσεις. Η λειτουργία του υδραγωγείου βεβαιώνεται από τα γραπτά κείμενα τόσο στο 16ο αιώνα, στο Χρονικόν του Ιέρακος και στο ημερολόγιο του γραμματέα ενός Βενετού πρεσβευτή, όσο και στο 17ο, στο Οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιά Τσελεμπί.

Το υδραγωγείο και οι πηγές ήταν πάντα κρατική περιουσία, κι όταν απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη το 1912, η χρήση των πηγών και του υδραγωγείου περιήλθαν πάλι στο Ελληνικό κράτος και συγκεκριμένα στο Δήμο Θεσ/νίκης, που είχε την εκμετάλλευση και τη φροντίδα τους μέχρι το 1939. Το 1927 ο Δήμος Θεσσαλονίκης διέκοψε την υδροδότηση της Μονής Βλατάδων από το νερό του Χορτιάτη και διοχέτευσε το τελευταίο σε νέες δεξαμενές. Από το 1945 η υδατογέφυρα έπαψε να λειτουργεί, αλλά το νερό περνούσε από το ίδιο σημείο, σε υπόγειο πλέον αγωγό. Με το σωζόμενο τμήμα του υδραγωγείου του Χορτιάτη συνδέεται και το τραγικότερο γεγονός στην ιστορία του βουνού και ειδικότερα του ομώνυμου χωριού, καθώς στο σημείο εκείνο διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα της 2ης Σεπτεμβρίου του 1944. Στην περιοχή αυτή έγινε και η συμπλοκή μεταξύ ανταρτών και Γερμανών, όπου ο θάνατος ενός Γερμανού στρατιώτη αποτέλεσε την αφορμή του Ολοκαυτώματος του Χορτιάτη, στη διάρκεια του οποίου εκτελέστηκαν 149 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και βρέφη. Η Θεσσαλονίκη συνέχισε να υδροδοτείται από το νερό του Χορτιάτη μέχρι το 1975. Περιορισμένες επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν στο υδραγωγείο στη δεκαετία του 1980, με στόχο την ενίσχυση του μεγάλου κεντρικού τόξου, που παρουσίαζε στατικά προβλήματα. Οι επεμβάσεις αυτές όμως δεν έλυσαν τα προβλήματα και έτσι στην αρχή της δεκαετίας του 2000 πραγματοποιήθηκαν από την 9η ΕΒΑ περιορισμένες και πάλι επεμβάσεις συναρμολόγησης στα τμήματα κάτω από τη γένεση του μεγάλου τόξου.

Το υδραγωγείο γνώρισε σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του πλήθος φθορών, τόσο από το χρόνο όσο και από τις κατά καιρούς εκτεταμένες επεμβάσεις που οφείλονται στον ανθρώπινο παράγοντα. Τα σχετικά έντονα καιρικά φαινόμενα το χειμώνα, αλλά και η κατά τόπους πυκνή βλάστηση που καλύπτει τους τοίχους, και ιδιαίτερα οι κισσοί, συνετέλεσαν σημαντικά στις φθορές του μνημείου. Η ανακοίνωση νέων έργων συντήρησης του έργου στοχεύουν στη διατήρηση της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης καθώς δεν πρόκειται μόνο για τον κινητήριο μοχλό της Θεσσαλονίκης για αιώνες αλλά και μια καταγραφή της ιστορίας της πόλης στο πέρασμα των αιώνων.

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟ ΥΔΡΑΓΩΓΕΙΟ ΑΠΟ ΕΔΩ

Για τον ΕΟΕ,

Λευτέρης Γκιουλέκας, Συντάκτης.

Φωτογραφίες για τον ΕΟΕ, Λέφκος Λάμπρου

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου