Η Ζωή Λάσκαρη γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1944 στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε μία από τις διασημότερες Ελληνίδες ηθοποιούς και σταρ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Η πορεία της στο χώρο του θεάματος ξεκίνησε το 1959, μόλις στα δεκαπέντε της χρόνια, οπότε και αναδείχτηκε «Σταρ Ελλάς». Μάλιστα, για να μπορέσει να συμμετάσχει στο συγκεκριμένο διαγωνισμό δήλωσε ψευδή ηλικία, δηλαδή δεκαοχτώ ετών. Παρόλα αυτά, ένα μήνα μετά εκπροσώπησε τη χώρα μας και στο διαγωνισμό «Μις Υφήλιος», που διεξήχθη στη Νέα Υόρκη, καταφέρνοντας να φτάσει μέχρι την ημιτελική φάση.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Ζωή Κουρούκλη, αλλά «βαφτίστηκε» Λάσκαρη, ούτως ώστε να μην υπάρχει σύγχυση με την ξαδέρφη της, επίσης, Ζωή Κουρούκλη, διάσημη τραγουδίστρια της εποχής. Το επίθετο Λάσκαρη της το έδωσε ο γνωστός κινηματογραφικός παραγωγός Φιλοποίμην Φίνος, εμπνευσμένος από κάποιον Ιταλό επειδή ήταν πιο εύηχο, όπως είχε δηλώσει παλαιότερα στη News η αείμνηστη ηθοποιός.

Η καριέρα της στον κινηματογράφο ξεκινά το 1961, όπου και πρωταγωνιστεί στην ταινία «Ο Κατήφορος», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη. Ωστόσο, η πορεία της μόνο κατηφορική δεν ήταν, καθώς αποτέλεσε την εμπορικότερη ταινία της σεζόν ’61-’62, προβλήθηκε για πολλές εβδομάδες στην Ευρώπη και την Αμερική, ενώ τη σεζόν ’62-΄63 κατέκτησε την πρώτη θέση στο box-office του Μεξικό με την αντίστοιχη μεταγλώττιση. Στην αρχή, είχε γίνει πρόταση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ρέας, να τον ενσαρκώσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη, με τη διάσημη ηθοποιό να αρνείται το ρόλο αυτό κι έτσι αυτός πέρασε στα χέρια της Ζωής Λάσκαρη. Όπως είχε αναφέρει σε παλιότερη συνέντευξή της στη Real News: «Ήταν επιλογή και απόφαση του Φίνου. Αποκλειστικά και μόνο. Ο Δαλιανίδης ήθελε την Αλίκη. Ο Φίνος με επέβαλε. Δεν θα γινόμουν ηθοποιός αν δεν υπήρχε ο Φίνος…».

Έπειτα, η Λάσκαρη καθιερώθηκε ως μία σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου με αξιοσημείωτες κινηματογραφικές επιτυχίες της Φίνος Φιλμ. Μερικές χαρακτηριστικές ταινίες ήταν: «Νόμος 4000» (1962), «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963), «Κορίτσια για φίλημα» (1965), «Τέντυ μπόι…αγάπη μου» (1965), «Στεφανία» (1966), «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» (1966), «Οι θαλασσιές οι χάντρες» (1967), «Μια κυρία στα μπουζούκια» (1968), «Μαριχουάνα Στοπ» (1971), «Ο αστερισμός της Παρθένου» (1973) και πολλές άλλες.

Εντούτοις, στα μετέπειτα χρόνια ο ελληνικός κινηματογράφος διαπνέεται από μία περίοδο ύφεσης και η Ζωή Λάσκαρη στρέφεται στην άλλη της μεγάλη αγάπη, το θέατρο. Το 1966 κι ενώ περιοδεύει στην Κύπρο με τα έργα «Μιας πεντάρας νιάτα», την «Παγίδα» και τη «Βαθιά γαλάζια θάλασσα» αναδεικνύεται κάνοντας έτσι το ντεμπούτο της στο θεατρικό σανίδι. Λίγα χρόνια αργότερα (1970) κάνει την εμφάνισή της και στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας με το έργο «Μαριχουάνα Στοπ» το οποίο ένα χρόνο αργότερα μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη, ενώ ακολούθησαν και άλλες θεατρικές επιτυχίες, όπως οι: «Ο άνθρωπος που γύρισε από το γύψο» (1973), «Εραστές του ονείρου» (1974), «Πώς να κερδίσετε τον άντρα σας» (1975), «Ξυπόλητη στο πάρκο» (1977) και «Η κυρία του Μαξίμ» (1979). Επιπλέον, συμμετείχε και σε μεταφορές θεατρικών έργων για την τηλεόραση, ενώ ακολούθησαν και άλλα έργα τα οποία ήταν η «Φρύνη η εταίρα» (1980), «Παντρεύομαι τον άντρα μου» (1980), «Εγώ, εσύ και ο άλλος» (1982), «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» (1983), «Miss Πέπσι» (1984) και η «Η Ντόρις και ο γυαλάκιας» (1984). Το 1982 θα πρωταγωνιστήσει για τελευταία φορά στον κινηματογράφο στην ταινία «Αναμέτρηση» ενώ μερικά χρόνια αργότερα συμμετείχε και σε ορισμένες βιντεοταινίες.

Το 1985 πραγματοποιεί μια θρυλική φωτογράφιση για το Playboy, η οποία προκάλεσε και θύελλα πολιτικών αντιδράσεων στη χώρα, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια Ελληνίδα πρωταγωνίστρια πραγματοποιούσε μια γυμνή φωτογράφιση. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 συνεχίζει τη σπουδαία θεατρική της πορεία πρωταγωνιστώντας στη μεγάλη επιτυχία «Καινούργια σελίδα», σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη και την επόμενη σεζόν στο «Τρελοί για έρωτα» πάλι σε σκηνοθεσία του ίδιου. Το 1994 πρωταγωνίστησε στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» και το 1995 στο «Ορφέας στον Άδη», σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά, υπό την αιγίδα του ΚΘΒΕ. Ακολούθησαν τα έργα «Τρεις ψηλές γυναίκες» (1996), «Τρωάδες» (1996), «Το μακρύ ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» (1997), «Η συνάντηση» (2000), «Σκηνές γάμου» (2000), «Ευαίσθητη ισορροπία» (2003), «Διαμάντια και μπλουζ» (2006), «Άλμα Μάλερ» (2009), «Ρόουζ» (2011) και «Ωραία χρόνια» (2013), με τις ερμηνείες της Λάσκαρη να λαμβάνουν διθυραμβικά σχόλια από τον ελληνικό τύπο. Όπως και από τον ξένο με κορυφαία κριτική από τους New York Times. Το 2003 υπήρξε μία χρονιά σταθμός για την ίδια αλλά και το ελληνικό θέατρο καθώς ιδρύει τη δική της θεατρική σκηνή, στον πολυχώρο Αθηναΐδα, η οποία φέρει και το όνομά της. Τελευταία θεατρική δουλειά της ήταν το έργο «Νύφη Κουράγιο» (2015). Επιπλέον, είχε διατελέσει και δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων κατεβαίνοντας με το ψηφοδέλτιο του Δημήτρη Αβραμόπουλου.

Η οικογενειακή ζωή της λαμπερής ηθοποιού υπήρξε από πολύ νωρίς εξαιρετικά ταραχώδης. Ο πατέρας της, ανθυπολοχαγός Κουρούκλης δολοφονήθηκε από τους κομμουνιστές στον Εμφύλιο, σε ηλικία μόλις 24 ετών και η μητέρα της πέθανε λίγα χρόνια αργότερα από ανακοπή καρδιάς, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που «έφυγε» και η ίδια. Έχει δηλώσει για αυτά τα τραυματικά παιδικά χρόνια στη News πως «οι απώλειες αυτές ήταν οδυνηρές, ήταν οι μεγάλες μου προσωπικές τραγωδίες. Ακριβώς μετά αρχίζει μια εποχή δύσκολη, όχι τόσο γιατί βρέθηκα αντιμέτωπη με δυσκολίες, όσο γιατί χρειάστηκε να συνειδητοποιήσω πως είμαι μόνη μου…». Μετά, λοιπόν, από το χαμό και της μητέρας της, την επιμέλεια και το μεγάλωμα της μικρής Ζωής ανέλαβαν οι γονείς του πατέρα της.

Μεγάλο ρόλο στη ζωή της μοιραίας γυναίκας του ελληνικού κινηματογράφου διαδραμάτισε και ο έρωτας. Μόλις στα 22 της χρόνια, γνωρίζει και ερωτεύεται τον επιχειρηματία Πέτρο Κουτουμάνο και ένα χρόνο αργότερα παντρεύονται. Εννέα μήνες μετά αποκτούν και την κόρη τους Μάρθα. Όμως ο γάμος τους δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ καθώς το 1971 χωρίζουν. Αμέσως μετά, στα γυρίσματα της ταινίας «Μαριχουάνα Στοπ» γνωρίζει τον τραγουδιστή Τόλη Βοσκόπουλο, με τον οποίο έζησαν ένα μεγάλο και θυελλώδη έρωτα. Για αυτήν αποκλειστικά είχε τραγουδήσει το «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά», όμως ο έρωτάς τους έληξε άδοξα, δύο χρόνια αργότερα. Παρόλα αυτά ο άνθρωπός της ζωής της έρχεται τρία χρόνια αργότερα. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον γνωστό ποινικολόγο Αλέξανδρο Λυκουρέζο, ο οποίος ήταν μέχρι και την τελέυταία της πνοή σύντροφος και συμπορευτής της για 41 ολόκληρα χρόνια. Μαζί απέκτησαν μία κόρη τη Μαρία-Ελένη.

Η Ζωή Λάσκαρη τα τελευταία χρόνια ζούσε μια ήρεμη και οικογενειακή ζωή μαζί με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, τις κόρες της αλλά και την εγγονή της Ζένια (παιδί από το γάμο της μεγαλύτερης κόρης της Μάρθας με το Βλάση Μπονάτσο). Τα καλοκαίρια όλη η οικογένεια συνήθιζε να τα περνά στο εξοχικό τους στο Πόρτο Ράφτη, όπου και απεβίωσε ένα από τα λίγα σύμβολα του ελληνικού κινηματογράφου στις 18 Αυγούστου του 2017.

Για τον ΕΟΕ,

Πηνελόπη Σωτηριάδου, Συντάκτης.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου