Η έκφραση “μουσουλμανικός κόσμος” είναι γνωστή εδώ και πολύ καιρό και στις δεκαετίες του ’60-’70, διαπιστώνουμε ότι ο πληθυσμός του διπλασιάστηκε σε λιγότερο από 30 χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με τις περισσότερες χώρες του τρίτου κόσμου. Τότε, αυτή η μεγάλη αύξηση δεν αποτελούσε γεωπολιτικό πρόβλημα για την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, μέχρι που, το 1979, ξέσπασε η ιρανική επανάσταση του ιμάμη Χομεϊνί με τεράστιες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή και μέχρι που αργότερα, στη δεκαετία του ’90, εμφανίστηκαν σε πολλές αραβικές χώρες οργανώσεις που τις χαρακτηρίσαμε τότε με τον όρο “ισλαμιστές”. Αυτές οι οργανώσεις άρχισαν να πραγματοποιούν επιθέσεις εναντίον των κυβερνήσεων των χωρών τους, τις οποίες κατηγορούσαν για διαφθορά, και εναντίον των αμερικανικών πρεσβειών, λόγω της υποστήριξης που παρείχαν οι ΗΠΑ στο Ισραήλ. Η κατοχή της Παλαιστίνης από τους σιωνιστές παραμένει ένας από τους σημαντικότερους λόγους της εχθρότητας των ισλαμιστικών κινημάτων εναντίον αυτών που αποκαλούν “νέους σταυροφόρους”, παραλληλίζοντάς τους έτσι με τους καθολικούς σταυροφόρους που κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ το 1099 και την κράτησαν υπό την κατοχή τους για έναν αιώνα.

Το 1996 ο Σάμουελ Χάντιγκτον, Αμερικανός πολιτειολόγος, πολύ γνωστός στους πολιτικούς κύκλους της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, δημοσίευσε το βιβλίο “Η σύγκρουση των πολιτισμών”, που προκάλεσε αμέτρητα σχόλια, κάποια πολύ επικριτικά, κάποια επιδοκιμαστικά, ιδίως από την πλευρά των ισλαμιστών. Ο συγγραφέας υποστήριζε την άποψη ότι, μετά από σαράντα χρόνια ψυχρού πολέμου ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον “ελεύθερο κόσμο”, τα παγκόσμια πολιτικά προβλήματα θα προσδιορίζονται όλο και περισσότερο από την αντιπαλότητα μεταξύ αυτών που αποκαλούσε “μεγάλους πολιτισμούς”, δηλαδή, κατ’ αυτόν, μεταξύ των μεγάλων θρησκειών. Ο Χάντιγκτον θεωρούσε ότι η βασικότερη αντιπαλότητα ήταν αυτή μεταξύ του χριστιανισμού και του ισλάμ.

Ο Χάντιγκτον βλέπει αυτές τις δύο μεγάλες θρησκείες όχι από θεολογικής άποψης, αλλά σύμφωνα με τον αριθμό των ανδρών και γυναικών των οποίων επηρεάζουν την παιδεία καθώς και με την έκταση των εδαφών που τους αναλογούν. Έχουμε 1,7 δις άνδρες και γυναίκες που είναι περισσότερο ή λιγότερο χριστιανοί, ιδίως στην Ευρώπη και την Αμερική και λιγότερο στην Αφρική. 1, 2 δις πιστούς του Ισλάμ στην Ασία (με εξαίρεση τους Κινέζους και το 90% των Ινδών) και σε μεγάλο μέρος της Αφρικής. Ο Χάντιγκτον όμως, που δεν αναφέρεται ούτε στην ιστορία ούτε στις μνήμες που έχει αφήσει, δεν εξηγεί ξεκάθαρα τους λόγους αυτής της σύγκρουσης που υποστηρίζει ότι υπάρχει μεταξύ του χριστιανικού και του μουσουλμανικού κόσμου.

Απλά διαπιστώνει ότι στις ζώνες όπου αυτοί οι δύο κόσμοι έρχονται σε επαφή, περισσότερο ή λιγότερο στενή (Μεσόγειος, Καύκασος, νότια Σαχάρα), οι διαμάχες πληθαίνουν και, για τις περισσότερες από αυτές, ρίχνει εμμέσως την ευθύνη στους ισλαμιστές. Αυτό αποτελεί την απόδειξη ότι υπάρχει “σύγκρουση πολιτισμών”. Ο Χάντιγκτον όμως δεν παρέχει σφαιρική εξήγηση γι’ αυτές τις διαμάχες γύρω από τα όρια του μουσουλμανικού κόσμου. Αφήνει να εννοηθεί ότι αυξάνονται και επιδεινώνονται όσο αυξάνεται ο αριθμός των μουσουλμάνων.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Χάντιγκτον παρουσιάζει τα πράγματα λες και οι διαφορετικοί κόσμοι για τους οποίους μιλάει είναι γεωλογικές πλάκες που πιέζουν η μία την άλλη, λες και το αυξανόμενο δημογραφικό βάρος των μουσουλμάνων πάνω στη δική τους πλάκα προκαλεί την επέκταση της επιφάνειάς της σε βάρος της γειτονικής τους πλάκας που βρίσκεται σε φάση δημογραφικής στασιμότητας. Αυτή η γεωλογική παρομοίωση όμως, που μοιάζει γεωπολιτική (αντιπαλότητα για τα εδάφη), είναι αβάσιμη, γιατί, στην πραγματικότητα, η βόρεια πλευρά της Μεσογείου είναι πολυπληθέστερη σε σχέση με τη νότια πλευρά της, από όπου και προέρχεται ένας μεγάλος αριθμός μεταναστών.

Βέβαια, ο Χάντιγκτον δεν λέει καθαρά ότι αυτές οι διαμάχες στα σημεία επαφής των δύο κόσμων οφείλονται στην πρόθεση δημογραφικής εξάπλωσης των μουσουλμάνων για να καταλάβουν τα εδάφη των χριστιανών. Τέτοιου είδους ισχυρισμοί επαναφέρουν στη μνήμη τον “κίτρινο κίνδυνο” που απειλούσε το 19ο αιώνα τη δυτική Ευρώπη αλλά και τη Ρωσία, επειδή φαντάζονταν ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος απειλούνταν από την εισβολή πολύ μεγάλου αριθμού Κινέζων που ήταν συνωστισμένοι σε περιορισμένες εκτάσεις. Αποτελούσε τότε μία ευρέως διαδεδομένη έμμονη ιδέα που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, αφού δεν σημειώθηκε, ούτε τότε ούτε αργότερα, μαζική μετανάστευση των Κινέζων προς την Ευρώπη.

Σήμερα, ο αριθμός των μουσουλμάνων της Αφρικής και της Ασίας που ζουν στη δυτική Ευρώπη (περίπου 12 εκατ., που δεν αποτελεί μεγάλο αριθμό σε πληθυσμό 380 εκατ.) και ιδίως ο αριθμός αυτών που θα ήθελαν να μεταναστεύσουν εκεί με κάθε τρόπο, προκαλεί, δικαίως ή αδίκως, ανησυχίες τις οποίες εκμεταλλεύονται ορισμένα πολιτικά κινήματα. Αυτές οι ανησυχίες άλλωστε σχετικά με τα μεταναστευτικά κύματα, ιδίως στην Ευρώπη, όπου έχουν υιοθετήσει εδώ και χρόνια την αρχή του διαχωρισμού της θρησκείας από την πολιτεία, προκάλεσαν τις περισσότερες κριτικές εναντίον της ιδέας της “σύγκρουσης των πολιτισμών”. Εν πάση περιπτώσει, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του Χάντιγκτον έμοιαζε άστοχο, αν όχι ηθικά κατακριτέο, το γεγονός ότι έγραφε ότι η χριστιανική και η μουσουλμανική θρησκεία θα μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση. Αυτό θύμιζε τους πολέμους του Μεσαίωνα ή αυτούς μεταξύ καθολικών και προτεσταντών το 16ο αιώνα. Όπως επίσης φάνταζε άτοπο, στα μάτια των μουσουλμάνων, το γεγονός ότι παραδεχόταν πως θα μπορούσαν να υπάρξουν στις μέρες μας λόγοι ανταγωνισμού μεταξύ των δύο πολιτισμών ή των δύο θρησκειών. Στις ΗΠΑ, οι κριτικές εναντίον του βιβλίου του Χάντιγκτον ήταν στην αρχή πικρόχολες. Γιατί το 1996 που κυκλοφόρησε, πέντε χρόνια μετά τον πόλεμο του Κόλπου στη διάρκεια του οποίου η συμμαχία εναντίον του Σαντάμ Χουσεΐν είχε συγκεντρώσει πολλές αραβικές χώρες, μεταξύ των οποίων και τη Σαουδική Αραβία, ήταν άστοχο ένας γνωστός πολιτειολόγος να δηλώνει ότι επρόκειτο να υπάρξει μια εντεινόμενη σύγκρουση μεταξύ του μουσουλμανικού και του χριστιανικού κόσμου. Οι αμερικανικές επικρίσεις εξαφανίστηκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου