“Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 1996

Θέμα: Μία επίσκεψη στην 66η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης

Σήμερα είναι τα εγκαίνια της Διεθνούς ‘Εκθεσης Θεσσαλονίκης. Το πρωί σηκώθηκα, πλύθηκα, έφαγα το πρωινό μου και μετά ρώτησα τον παππού μου: “παππού, θα πάμε στην Έκθεση;” και εκείνος μου απάντησε ότι πρώτα θα πάμε να μου αγοράσει παπούτσια και μετά βλέπουμε. Μετά από λίγη ώρα ήμασταν στο μεγάλο κατάστημα του Μούγερ στην οδό Τσιμισκή. Εκεί ένας κύριος μου έδωσε να δοκιμάσω ένα ζευγάρι καφέ μποτάκια με “κρεπ” για να μη γλιστράνε. Μου άρεσαν και παρακάλεσα το παππού να τα φορέσω αμέσως. Μετά αποχαιρέτισα τα καλοκαιρινά μου πέδιλα και τα έβαλα μέσα στο κουτί από τα καινούργια παπούτσια και ο παππούς μου είπε “με γεια σου” και ο κύριος Μούγερ μας είπε “καλό χειμώνα” και φύγαμε. Στο δρόμο εγώ κοιτούσα συνέχεια τα παπούτσια μου που ήταν πολύ ωραία αν και με έσφιγγαν λίγο και σε λίγο φτάσαμε στην Έκθεση.

Ήταν πολύ ωραία εκεί η Έκθεση. Είχε κλόουν, το μαλλί της γριάς, λουκάνικο με ψωμάκι και μουστάρδα που δεν καίει, “ταμ-ταμ”, μαύρη μπύρα, κάτι τρακτέρ, κάτι άλλα που τα λένε θεριζοαλωνιστικές μηχανές και ήταν ρώσικα, λούνα παρκ, κάτι σαν χτυπητήρια κι ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Ιωάννα. Αλλά τα παπούτσια μου ήταν πιο ωραία από όλα αυτά και έκαναν κριτς κριτς καθώς πήγαινα πάνω κάτω και έχασα τον παππού και τον έψαχνα και από κάτι μεγάφωνα ακουγόταν ότι εκτός από τον παππού είχε χαθεί και ένα παιδάκι με γαλάζιο μπουφάν σαν το δικό μου, σκούρο μπλε παντελόνι, σαν το δικό μου, και καφέ μποτάκια σαν τα δικά μου. Και ήλθε ένας άγνωστος κύριος και μία άγνωστη κυρία και με πήγαν στην είσοδο. Εκεί βρήκα, εκτός από τον παππού μου, τη γιαγιά, τη μαμά, έναν θείο πυροσβέστη κι έναν ξάδελφο που ήταν φαντάρος. Μόλις με είδαν, ο παππούς φώναζε κάτι στα ποντιακά γιατί ήταν από τον Πόντο, η μαμά με πήρε αγκαλιά και μου έδωσε ένα φουρφούρι, η γιαγιά λιποθύμησε κατάχαμα και οι άλλοι δε θυμάμαι τι έκαναν.

Μετά πήγαμε σιγά σιγά στο σπίτι, ανοίξαμε την τηλεόραση, είδαμε την κυρία Κυπραίου και τον κύριο Άγιο, έκανα την προσευχή μου και κοιμήθηκα χωρίς να βγάλω τα καινούργια μου παπούτσια.

Αυτά θυμάμαι από τις Εκθέσεις της δεκαετίας του 90. Το μυστηριώδες τάμα του παππού να μου αγοράζει παπούτσια κάθε χρόνο ανήμερα των εγκαινίων κι έμενα να εκστασιάζομαι και να χάνομαι, επίσης κάθε χρόνο, ανάμεσα στα περίπτερα. Πρέπει να ήμουν το ένα από τα 45 παιδάκια που χάνονταν -κατά μέσο όρο- κάθε χρόνο στην Έκθεση, παράδοση η οποία, όπως ανακάλυψα, συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 2000.

Γενικώς, το όλο πράγμα είχε κάτι το ιδιαίτερα πένθιμο και αρκούντως χαζοχαρούμενο όπως πένθιμος και χαζοχαρούμενος είναι πάντοτε ο Σεπτέμβριος. Όπως πένθιμη και χαζοχαρούμενη ήταν και εκείνη η εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του 90. Από τη μία η βομβαρδισμένη Σερβία, οι αγώνες του 1-1-4, η Μεταπολίτευση και οι “φούσκες” του Χρηματιστηρίου που διογκώνονταν με βήμα ταχύ. Από την άλλη η αιώνια Αλίκη Βουγιουκλάκη, η αυθεντική και εκρηκτική Μελίνα Μερκούρη να κεντρίζει τα βλέμματα όλου του κόσμου σε κάθε της δήλωση ή εμφάνιση, αλλά και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Την ίδια εποχή ο Γεράσιμος Αρσένης προκαλούσε με τις αλλαγές που εισηγούνταν στο ζήτημα της Παιδείας και οι μαθητές έκαναν εμφανή τη διάθεση της εξέγερσής τους με τις καταλήψεις των σχολικών μονάδων που υπάγονταν, ο Νιλ Άρμστρονγκ είχε ήδη ολοκληρώσει τις πρόβες του για το πώς θα πατήσει με το δεξί στο φεγγάρι -αν και τελικά πάτησε με το αριστερό του πόδι- το 1969, ο Michael Jackson, ο Prince, η Whitney Houston και ο George Michael έχαιραν ακόμη άκρας υγείας και το αυτό επιθυμούσαν και δι’ ημάς.

Η διαδρομή από το Μούγερ μέχρι την Έκθεση και πίσω στο σπίτι κράτησε σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του 90 παρά τρία χρόνια. Επτά πένθιμους και χαζοχαρούμενους Σεπτεμβρίους τα καινούργια μου παπούτσια και οι μυρωδιές από τα στραγάλια, τα καλαμπόκια και τα σουβλάκια με οδηγούσαν μέχρι την είσοδο της ΔΕΘ.

“Παππού, θα πάμε στην Έκθεση;”.

“Μόνο αν μου υποσχεθείς ότι δε θα χαθείς ακολουθώντας τα παπούτσια σου”.

Σήμερα, βλέπω την ανιψιά μου να ανοίγει, στα τρία της χρόνια, τον υπολογιστή, να κάθεται στο γραφείο και να χάνεται στα on line παιχνίδια. Προσπαθεί να “παρέμβει” στην τηλεόραση κουνώντας το τηλεκοντρόλ λες και είναι “ποντίκι”. Στην ηλικία της το πιο high tech παιχνίδι μου ήταν ένα view master. Ο άνθρωπος δεν είχε ανακαλύψει ακόμη την χρησιμότητα του internet και μέχρι τα πέντε μου δεν είχα ούτε walkman, ούτε cd, πόσο μάλλον mp3 player.

Δεν ξέρω αν πρέπει να ζηλέψω ή να ανησυχήσω. Ξέρω μόνο ότι η κάθε γενιά έχει τους δικούς της πολέμους, τα δικά της παιδιά που χάνονται στο “στοιχειωμένο δάσος”, τους δικούς της πένθιμους και χαζοχαρούμενους Σεπτεμβρίους και ότι ανοίγει δρόμους με τα δικά της καινούργια παπούτσια.

Μ’ αρέσει που φέτος η ΔΕΘ έχει ως σύμβολο τους αντικατοπτρισμούς. Μ’ αρέσει αυτό το κλείσιμο του ματιού στη χαμένη μας παιδικότητα. Και είναι η πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, που θα πάω στην Έκθεση. Μαζί με την ανιψιά μου. Θα της αγοράσω και καινούργια παπούτσια…

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου