Ο όρος μανιέρα προέρχεται από το λατινικό manierus(=τρόπος) και η χρήση του επικράτησε κατά την περίοδο του Ά Παγκοσμίου Πολέμου προκειμένου να περιγραφεί η τέχνη του 16ου αιώνα η οποία δεν ανήκε απόλυτα ούτε στα αναγεννησιακά πρότυπα αλλά ούτε και στο μεταγενέστερο μπαρόκ.

Στην αρχή ο όρος σήμανε κάτι παρακμιακό κι ας ήταν πατέρας του Μανιερισμού ο El Greco –Δομήνικος Θεοτοκόπουλος-. Σίγουρα δεν επρόκειτο για άλλη τεχνοτροπία, δεν ήταν παρά μια στυλιστική ιδιότητα. Πάντως άφησε έργα που δεν προσπερνούνται αδιάφορα, στάθηκε γενναιόψυχα κόντρα στον κλασσικισμό, εξέφρασε τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της εποχής του και αφορά ένα Δένδρο της Τέχνης με γνήσιες ιταλικές ρίζες, έτσι όπως άνθησε και καρποφόρησε όχι μόνο στην λατινική χερσόνησο αλλά και στην Ισπανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες.

 

Σύμφωνα με τον Βαζάρι –Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός, γνωστός κυρίως για το έργο του “Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων”- οι καλλιτέχνες του Μανιερισμού, υπήρξαν συχνά ιδιότροποι και παράξενοι. Πότε τρομερά μισάνθρωποι και τρομοκρατημένοι από την ιδέα του θανάτου όπως ο Ποντόρμο, πότε επιρρεπείς στα μακάβρια θέματα όπως ο Ρόσσο που πήγαινε τις νύχτες και ξέθαβε νεκρούς, ο Φερρούτσι, που φορούσε γιλέκο από δέρμα απαγχονισμένου ανθρώπου και ο Μπαρτολομέο Τόρρι, ο οποίος για να μελετήσει την ανατομία, διατηρούσε στα δωμάτια, ακόμα και κάτω από το κρεβάτι του, μέλη και κομμάτια από ανθρώπινα σώματα που ρύπαιναν το σπίτι. Ακόμα και οπαδοί της μαύρης μαγείας ή αλχημιστές όπως ο Ρούστιτσι, ο οποίος ζούσε μαζί με διάφορα ζώα και είχε ένα ειδικό δωμάτιο με οχιές και άλλα φίδια και ο Παρμιτζιανίνο που εγκατέλειψε την ζωγραφική για την αλχημεία.

Ο Μανιερισμός ήταν το καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε κατά την τελευταία περίοδο της Αναγέννησης και συγκεκριμένα από την δεκαετία του 1520 έως περίπου το 1600. Με καταγωγή από την Ιταλία, κέντρο της η Ρώμη και η Φλωρεντία σηματοδότησε την μετάβαση στην Μπαρόκ εποχή.

Οι καλλιτέχνες του Μανιερισμού πάσχιζαν να μάθουν όσα ήξερε ο Μιχαήλ Άγγελος και να μιμηθούν το ύφος του. Αντέγραφαν τα γυμνά του και τα έβαζαν στους πίνακές τους, αδιαφορώντας αν ταίριαζαν ή όχι.
Παρά τις αρχές τους, οι μανιεριστές δημιούργησαν πρωτότυπα και πολύ σημαντικά έργα. Μερικοί καλλιτέχνες προσπάθησαν να τους ξεπεράσουν στο πεδίο της ευρηματικότητας. Θέλησαν να ζωγραφίσουν εικόνες γεμάτες βαθιά νοήματα και σοφία δυσνόητη, που την καταλάβαιναν μόνο οι πιο βαθυστόχαστοι λόγιοι, που γνώριζαν το πραγματικό νόημα των αιγυπτιακών ιερογλυφικών. Άλλοι προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή κάνοντας τα έργα τους λιγότερο φυσικά και σαφή, λιγότερο απλά και αρμονικά από τα έργα των μεγάλων δασκάλων. Η ψύχωση των νέων καλλιτεχνών, να ξεπεράσουν τους κλασικούς, τους οδήγησε σε παράξενους και εξεζητημένους πειραματισμούς.

Οι κυριότεροι εκπρόσωποι του Μανιερισμού είναι οι Ιταλοί ζωγράφοι Παρμιτζιανίνο (1503-1540), Ιάκωβος Ποντόρμο (1494-1557), Τζούλιο Ρομάνο (1492-1546) καθώς και οι γλύπτες Μπενβενούτο Τσελίνι (1500-1571) και Τζιοβάνι Μπολόνια. Παράλληλα με τη ζωγραφική και τη γλυπτική, ο Μανιερισμός αποτυπώνεται και στην αρχιτεκτονική, έχοντας ως κυριότερο εκφραστή τον Τζιόρτζιο Βαζάρι (1511-1574). Στους καλλιτέχνες του ρεύματος κατατάσσεται από πολλούς και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος καθώς στοιχεία μανιερισμού είναι εμφανή σε ορισμένα έργα του, κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου.

Μιλένα Αμπράμοβιτς, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου