Σιμόν Βέιλ: Η ζωή μίας οραματίστριας Γαλλίδας Πολιτικού

Η Simone Annie Liline Jacob (αργότερα Σιμόν Βέιλ), γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου 1927, στη Νίκαια της Γαλλίας. Η Σιμόν είχε τρία μεγαλύτερα αδέρφια, τη Madeleine, τη Denise και τον Jean. Το 1944, σε ηλικία 17 ετών, η Σιμόν συνελήφθην από γερμανικά στρατεύματα και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς, με τη μητέρα και τη μεγάλη της αδερφή, Madeleine. Όταν το στρατόπεδο διαλύθηκε, το 1945, φυλακίστηκαν στο Μπέργκεν-Μπέλζεν και στη συνέχεια οι δύο αδελφές απελευθερώθηκαν (στις 15 Απριλίου 1945), όμως η μητέρα τους είχε πεθάνει από τύφο λίγες εβδομάδες νωρίτερα.

Ο πατέρας της και ο αδερφός της απελάθηκαν στις 15 Μαΐου 1944 και στάλθηκαν στην Εσθονία μαζί με σχεδόν άλλους 900 Εβραίους άνδρες. Από αυτούς μόνο 17 επέζησαν και κανένας ερευνητής δεν έχει καταφέρει να προσδιορίσει μέχρι τώρα τι συνέβη στον πατέρα και τον αδερφό της. Όσο για την άλλη της αδερφή, Denise, είχε εισέλθει στη Γαλλική Αντίσταση κατά την έναρξη του πολέμου, συνελήφθη και απελάθηκε, και στη συνέχεια ήταν μεταξύ των πρώτων που απελευθερώθηκαν.
Αυτά τα γεγονότα της ζωής της ήταν που σχημάτισαν μία από τις βασικές πολιτικές πεποιθήσεις της: την αναγκαιότητα μιας ενωμένης, ειρηνικής και συνεργατικής Ευρώπης.


«Με ρωτάνε συχνά τι μου έδωσε τη δύναμη και τη θέληση να συνεχίσω τον αγώνα. Πιστεύω βαθιά πως ήταν η μητέρα μου, την οποία δεν έχω σταματήσει ποτέ να νιώθω δίπλα μου,» δήλωσε σε μία συνέντευξή της, το 2005.

Η Σιμόν επέστρεψε στη Γαλλία, όπου απέκτησε πτυχίο στη Νομική και την Πολιτική Επιστήμη. Τον Οκτώβριο του 1946 παντρεύτηκε τον Antoine Veil, με τον οποίο απέκτησε τρεις γιούς. Το 1956 έγινε δικαστής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γαλλίας, με ειδίκευση στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Στην ηλικία των 46 ετών διορίστηκε ως Υπουργός Υγείας στην κυβέρνηση του προέδρου Βαλερί Ζισκάρ ντ΄Εστέν και έτσι ξεκίνησε η πολιτική της σταδιοδρομία.Ξεκίνησε δίνοντας μάχη για την πρόσβαση των γυναικών στην αντισύλληψη.

Στις 26 Νοεμβρίου 1974, στην ιστορική ομιλία που έδωσε ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης, η οποία απαρτιζόταν κυρίως από άνδρες, τόνισε: «Καμία γυναίκα δεν καταφεύγει σε άμβλωση ελαφρά τη καρδία. Πρέπει κάποιος απλά να τις ακούσει: πρόκειται πάντα για μια τραγωδία. Δεν μπορούμε πλέον να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις 300.000 αμβλώσεις που κάθε χρόνο ακρωτηριάζουν τις γυναίκες αυτής της χώρας, ποδοπατούν τους νόμους της και ταπεινώνουν και τραυματίζουν εκείνες οι οποίες υποβάλλονται στην πρακτική». Τελικά ο νόμος ψηφίστηκε χάρις στην υποστήριξη της αριστερής αντιπολίτευσης και έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «Loi Veil».


Εκτός αυτού του νόμου, κατά τη διάρκεια της θητείας της ως υπουργός Υγείας εργάστηκε για τη βελτίωση της ζωής των γυναικών μέσω της επέκτασης των παροχών υγείας, παιδικής φροντίδας και μητρότητας.

Αποχώρησε από την κυβέρνηση το 1979 για να θέσει υποψηφιότητα για τις πρώτες απευθείας εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Έγινε η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος του Σώματος, μια θέση που διατήρησε μέχρι το 1982.
Μετά τη θητεία της ως Προέδρος, η Simone συνέχισε να εργάζεται για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέχρι το 1993. Επέστρεψε στη θέση της υπουργού Υγείας το διάστημα 1993-1995 και τρία χρόνια αργότερα διορίστηκε στο Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας, την ύψιστη συνταγματική αρχή.
Μετά τον θάνατό της (30 Ιουνίου 2017), στην ηλικία των 89 χρόνων, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανυέλ Μακρόν, ανακοίνωσε ότι η Σιμόν Βέιλ θα ταφεί στο Πάνθεον, όπου περιέχονται τα λείψανα διακεκριμένων Γάλλων πολιτών. Η Σιμόν είναι μόλις η πέμπτη γυναίκα που έχει ταφεί εκεί.

Νένα Πασβάντη, Δημοσιογράφος.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου