Ένας από τους μεγαλύτερους μυκηναϊκούς λαξευτούς τάφους που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα ανακαλύφθηκε στο Προσήλιο του δήμου Λειβαδέων, κοντά στον Ορχομενό. Το μέγεθος του τον κατατάσσει στην ένατη θέση από τους περίπου 4.000 που έχουν ανακαλυφθεί τον τελευταίο ενάμιση αιώνα ανασκαφών.

Το εσωτερικό του έχει σπηλαιώδη όψη και συνολικό ύψος 6.5 μέτρα. Αφού διασχίσετε το λαξευτό μονοπάτι, μήκους 20 μέτρων, θα βρεθείτε στο νεκρικό θάλαμο και στη συνέχεια σε μια μεγαλόπρεπη αίθουσα επιφάνειας 42 τμ. Περιμετρικά της αίθουσας υπάρχουν πεζούλια καλυμμένα με πηλοκονίαμα. Το αρχικό ύψος της οροφής ,η οποία είχε σχήμα δίρριχτης στέγης, υπολογίζεται στα 3.5 μέτρα ωστόσο το κτίσμα είχε υποστεί φθορές από την αρχαιότητα ακόμα, ίσως μάλιστα ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή. Η κατάρρευση της οροφής διατάραξε χωροταξικά την ησυχία του νεκρού παράλληλα όμως προστάτεψε το ταφικό στρώμα από μεταγενέστερες ενοχλήσεις και επεμβάσεις. Στο τάφο βρέθηκε ένας άνδρας, ηλικίας 40-50 χρονών, καθώς και κάποια αντικείμενά που δεν αποχωριζόταν ποτέ και δεν είχε σκοπό ούτε και τώρα: Εντοπίστηκαν πάνω από δέκα επικασσιτερωμένα αγγεία, τμήματα από χαλινάρια αλόγου, τόξο, βέλη, περόνες, κοσμήματα, κτένια, ένας σφραγιδόλιθος και ένα σφραγιστικό δαχτυλίδι. Είναι φανερό ότι ο νεκρός άνηκε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Η αξία του ευρήματος είναι δεδομένη καθώς ο τάφος είναι ένα από τα καλύτερα τεκμηριωμένα ταφικά σύνολα της ανακτορικής περιόδου. Αξίζει ν’αναφέρουμε ότι μεμονωμένες ταφές, με σημαντικά ευρήματα, είναι ένα σπάνιο φαινόμενο όταν αναφερόμαστε στη μυκηναϊκή εποχή. Οι περισσότεροι τάφοι χρησιμοποιούνταν ,συνήθως, για πολλαπλές ταφές και για πολλές γενιές, με αποτέλεσμα να διαταράσσονται ή να υφαρπάζονται τα κτερίσματα τους. Συνεπώς, το σημαντικό στην περίπτωση του τάφου του Προσήλιου είναι ότι όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν συσχετίζονται με τον μοναδικό νεκρό που ενταφιάστηκε εκεί.

Η ανακάλυψη του μνημείου θα δώσει την ευκαιρία στους ερευνητές να κατανοήσουν καλύτερα τον τρόπο ζωής και τις πρακτικές της εποχής. Για παράδειγμα, η ανακάλυψη πολλών κοσμημάτων σε ανδρικό τάφο αμφισβητεί την, μέχρι τώρα, ευρέως αποδεκτή άποψη ότι τα κοσμήματα συνόδευαν κυρίως γυναίκες στην τελευταία τους κατοικία. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως ,με εξαίρεση δύο μικρούς ψευδόστομους αμφορείς, δεν βρέθηκε γραπτή μυκηναϊκή κεραμική στον τάφο, η οποία είναι εξαιρετικά δημοφιλής τη συγκεκριμένη περίοδο.

Η ανακάλυψη έγινε κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους του πενταετούς προγράμματος συνεργασίας ανάμεσα στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού/Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας και της Βρετανικής Σχολής Αθηνών/Πανεπιστήμιο του Cambridge. Τη διεύθυνση της ανασκαφής και του διεπιστημονικού πενταετούς προγράμματος ασκούν η δρ. Αλεξάνδρα Χαραμή, Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Βοιωτίας και ο δρ. Γιάννης Γαλανάκης, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Cambridge. Τους υπεύθυνους πλαισιώνουν, από την πλευρά της Εφορείας Αρχαιοτήτων Βοιωτίας, η αρχαιολόγος Κ. Καλλιγά, ενώ η ομάδα της Βρετανικής Σχολής συμπληρώνεται από τον γεωαρχαιολόγο Π. Καρκάνα, διευθυντή του εργαστηρίου Wiener, και την Ιωάννα Μουτάφη, υπεύθυνη της οστεοαρχαιολογικής μελέτης.

Λευτέρης Γκιουλέκας, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου