O Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ ήταν Αμερικανός συγγραφέας. Θεωρείται εκπρόσωπος της αποκαλούμενης «Χαμένης γενιάς» των Αμερικανών λογοτεχνών και, παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του έλαβε περιορισμένη αναγνώριση, πλέον θεωρείται ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ού αιώνα Ολοκλήρωσε συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα: «Η άλλη όψη του παραδείσου», «Όμορφοι και Καταραμένοι», «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» και το «Τρυφερή είναι η νύχτα». Μετά το θάνατό του δημοσιεύθηκε και ένα 5ο, ημιτελές μυθιστόρημα, με τίτλο «Ο τελευταίος μεγιστάνας». και πλήθος διηγημάτων, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες. Έχει ολοκληρώσει επίσης 4 συλλογές από μικρές ιστορίες και 164 ακόμα μικρές ιστορίες που δημοσίευε σε περιοδικά της εποχής.

Ο Φιτζέραλντ γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1896 στο Σαιντ Πωλ της Μινεσότα, γιος του Έντουαρντ Φιτζέραλντ και της Μαίρη Μακ Κουίλαν. Τις περιόδους 1898 με 1901 και 1903 με 1908 έζησε στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης, όπου ο πατέρας του εργάστηκε ως πωλητής για την επιχείρηση Procter & Gamble. Μετά την απόλυσή του το 1908, η οικογένεια επέστρεψε στην Μινεσότα και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ γράφτηκε στη σχολή Saint Paul Academy and Summit School όπου φοίτησε το διάστημα 1908 με 1911. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στην προπαρασκευαστική σχολή Newman School, στο Χάκενσακ του Νιου Τζέρσεϊ, για την περίοδο 1911 με 1912.

Το 1913 ξεκίνησε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ένα από τα κορυφαία ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αμερικής. Εκεί γνώρισε τους συγγραφείς και κριτικούς Έντμουντ Γουίλσον και Τζον Πηλ Μπίσοπ, ενώ συμμετείχε στα περιοδικά Princeton Tiger και Nassau Literary Magazine. Είχε μέτριες ακαδημαϊκές επιδόσεις και σε συνδυασμό με την απόφασή του να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, εγκατέλειψε τις σπουδές του το 1917, χωρίς να εξασφαλίσει το πτυχίο του. Τον Οκτώβριο του 1917 κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό και συμμετείχε στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε και εγκατέλειψε για πάντα το Πρίνστον.

Φοβούμενος ότι μπορεί να πεθάνει στον πόλεμο χωρίς να έχει ολοκληρώσει τα συγγραφικά του όνειρα, ο Φιτζέραλντ ολοκλήρωσε βιαστικά το μυθιστόρημα The Romantic Egotist την περίοδο κατά την οποία εκπαιδευόταν ως αξιωματικός στα στρατόπεδα Zachary Taylor και Sheridan. Όταν κατέθεσε το έργο του στον εκδοτικό οίκο Charles Scribner’s Sons, έλαβε ως απάντηση μία επιστολή, στην οποία αναγνωριζόταν η πρωτοτυπία του αλλά δεν γινόταν δεκτό προς δημοσίευση πριν να υποστεί αναθεωρήσεις. Αργότερα, κατέθεσε για δεύτερη φορά το μυθιστόρημα, ωστόσο απορρίφθηκε εκ νέου.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Princeton, γνώρισε την Ginevra King και, τρελά ερωτευμενος, έμεινε μαζί της όσο αυτή του επέτρεψε, γράφοντάς της ερωτικά γράμματα καθημερινά.Η γυναίκα αυτή έμελλε να γίνει η έμπνευσή του για τον χαρακτήρα της Isabelle, της πρώτης αγάπης του Amory, στο βιβλίο του «Η άλλη όψη του παραδείσου», της Daisy, στο βιβλίο του «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» και για αρκετούς ακόμα χαρακτήρες σε μυθιστορήματα και διηγήματά του.

Την περίοδο της στρατιωτικής εκπαίδευσής του στο «Camp Sheridan», τον Ιούνιο του 1918, ο Φιτζέραλντ γνώρισε και ερωτεύτηκε την Ζέλντα Σάιρ, κόρη δικαστή. Τον επόμενο χρόνο και μετά τη λήξη του πολέμου, μετακόμισαν μαζί στην πόλη της Νέας Υόρκης με σκοπό να παντρευτούν. Ο Φιτζέρλαντ εργαζόταν για μία διαφημιστική εταιρεία και παράλληλα έγραφε διηγήματα, ωστόσο δεν έπεισε την Ζέλντα πως θα ήταν ικανός να συντηρήσει οικονομικά μία οικογένεια, με αποτέλεσμα να διαλυθεί ο αρραβώνας του.

Ο Φιτζέραλντ επέστρεψε στους γονείς του, στο Σαίντ Πωλ, προκειμένου να επεξεργαστεί και πάλι το πρώτο του μυθιστόρημα. Τελικά, υπό τον τίτλο «Η άλλη όψη του Παραδείσου», έγινε δεκτό προς δημοσίευση από τον Μάξουελ Πέρκινς, των εκδόσεων Charles Scribner’s Sons, την Άνοιξη του 1919.

Παράλληλα ξεκίνησε να γράφει μικρές ιστορίες για λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας. Το μυθιστόρημα του εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου του 1920 και έγινε αμέσως επιτυχία, με τις πωλήσεις να ξεπερνούν τα 41.000 αντίτυπα, μόνο κατά το πρώτο έτος της κυκλοφορίας του. Η επιτυχία αυτή, είχε επίσης ως συνέπεια την επανασύνδεσή του με την Ζέλντα, την οποία παντρεύτηκε μία εβδομάδα μετά την έκδοση του βιβλίου. Μαζί απέκτησαν μία κόρη, την Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, γεννημένη στις 26 Οκτωβρίου του 1921.

Η δεκαετία του 1920 υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Φιτζέραλντ. Το δεύτερο μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε, με τίτλο «Όμορφοι και Καταραμένοι», δημοσιεύτηκε το 1922 ενώ το 1925 εκδόθηκε το κορυφαίο κατά πολλούς έργο του «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ». Παράλληλα, ο Φιτζέραλντ πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη γαλλική Ριβιέρα και το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με άλλους Αμερικανούς λογοτέχνες, όπως ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τον οποίο ο Φιτζέραλντ θαύμαζε. Με τη σειρά του, ο Χέμινγουεϊ έγραψε για το ταλέντο του Φιτζέραλντ πως ήταν «τόσο φυσικό όσο το σχήμα που αφήνουν στη σκόνη τα φτερά μιας πεταλούδας».

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20, ξεκίνησε να επεξεργάζεται το τέταρτο μυθιστόρημά του, ωστόσο αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει παράλληλα οικονομικές δυσχέρειες αλλά και τη σχιζοφρένεια της συζύγου του που εκδηλώθηκε εκείνη την εποχή. Η ψυχική της υγεία παρέμεινε εύθραυστη μέχρι το τέλος της ζωής της. Κατά την περίοδο αυτή, ο Φιτζέραλντ ενοικίασε κτήμα, στα προάστια του Towson, προκειμένου να αφιερωθεί στο νέο του μυθιστόρημα. Εκδόθηκε τελικά το 1934 με τον τίτλο «Τρυφερή είναι η νύχτα» και αποτέλεσε εμπορική αποτυχία.

Το 1937, με πολλά οικονομικά προβλήματα να τον βαραίνουν, ο Φιτζέραλντ υπέγραψε συμβόλαιο με την Metro-Goldwyn-Mayer, εξάμηνης διάρκειας, με αμοιβή 1.000 δολάρια την εβδομάδα. Αργότερα ανανέωσε το συμβόλαιο του για έναν ακόμα χρόνο, γεγονός που του επέτρεψε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του δυσκολίες. Εργάστηκε ως σεναριογράφος χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Το 1939 ξεκίνησε επίσης το πέμπτο μυθιστόρημά του, The Love of the Last Tycoon, βασισμένο στη ζωή του στελέχους Έρβινγκ Τάλμπεργκ και μια προσπάθεια προσέγγισης του κόσμου του Χόλιγουντ και περιγραφής του Αμερικανικού Ονείρου. Το έργο αυτό έμεινε ημιτελές και εκδόθηκε τελικά, για πρώτη φορά, μετά το θάνατό του, έπειτα από σχετική επιμέλεια των σημειώσεων του Φιτζέραλντ από τον φίλο του, Έντμουντ Γουίλσον, με τίτλο «Ο τελευταίος μεγιστάνας».

Την ίδια περίοδο αποξενώθηκε από την Ζέλντα, η οποία συνέχισε να ζει σε ιδρύματα ενώ εκείνος συνδέθηκε με την δημοσιογράφο Σίλα Γκρέιαμ. Σταμάτησε να πίνει και εργάστηκε με ζήλο για το τελευταίο του μυθιστόρημα. Τέλη Ιουλίου ολοκλήρωσε το Babylon Revisited, σενάριο για ταινία που θα είχε τον τίτλο «Κοσμοπόλιταν», που ήταν και το τελευταίο του σενάριο για το Χόλυγουντ, το οποίο αν και δεν γυρίστηκε σε ταινία, θεωρήθηκε μετά το θάνατό του, ένα από τα καλύτερα σενάρια που είχε δει ποτέ το Χόλυγουντ.

Ο Φιτζέραλντ υπήρξε αλκοολικός ήδη από νεαρή ηλικία, ενώ κατά τη δεκαετία του ’20, ο προσωπικός του μύθος ήταν συνδεδεμένος με την ιδιότητα αυτή. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας του, ειδικά κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Το 1940 υπέστη δύο καρδιακές προσβολές. Η τελευταία, στις 21 Δεκεμβρίου του 1940, προκάλεσε και το θάνατό του σε ηλικία 44 ετών στα χέρια της Σίλα Γκρέιαμ. Τάφηκε στο Ρόκβιλ και στον ίδιο τάφο, θάφτηκε και Ζέλντα Φιτζέραλντ το 1947.

Το κορυφαίο, κατά πολλούς, έργο του «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ», θεωρείται ένα από τα πλέον κλασικά μυθιστορήματα της Αμερικανικής λογοτεχνίας.

Ο Φιτζέραλντ, εμπνευσμένος από τα πάρτι στα οποία βρέθηκε κατά τις επισκέψεις του στη βόρεια ακτή του long island, άρχισε να σχεδιάζει το μυθιστόρημα το 1923, επιθυμόντας να δημιουργήσει, κατά τα λόγια του «Κάτι νέο, κάτι εξαιρετικά όμορφο, και απλό και περίπλοκο». Όμως, η πρόοδος του έργου ήταν αργή, με τον Φιτζέραλντ να ολοκληρώνει την πρώτη εκδοχή του βιβλίου το 1924 και τον Μάξγουελ Πέρκινς, του εκδοτικού οίκου με τον οποίο συνεργαζόταν ο Φιτζέρλαντ, να θεωρεί ότι το βιβλίο είναι ασαφές και τον έπεισε να το ανασυντάξει τον επόμενο χειμώνα.

Το βιβλίο ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1925, και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές, με τις πωλήσεις του να μην ξεπερνούν τα 20.000 αντίτυπα.

Ο Φιτζέραλντ πέθανε πιστεύοντας ότι ο ίδιος ήταν αποτυχημένος και το έργο του θα έμενε ξεχασμένο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το μυθιστόρημα του αναβίωσε και έγινε μέρος του προγράμματος σπουδών των αμερικανικών σχολείων. Ακολούθησαν θεατρικά και ταινίες βασισμένες στο βιβλίο και, πλέον, βρίσκεται ανάμεσα στα σπουδαιότερα αμερικανικά μυθιστορήματα. Το 1988, «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ», ψηφίστηκε ως το καλύτερο αμερικανικό μυθιστόρημα του 20υ αιώνα.

Το 2013, γυρίστηκε η ταινία «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ», με σκηνοθέτη τον Baz Luhrmann και πρωταγωνιστές τον Leonardo DiCaprio και την Carey Mulligan. Η ταινία θεωρήθηκε αριστούργημα και απέσπασε 2 βραβεία Όσκαρ.

Νένα Πασβάντη, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου