Η Λούλα Αναγνωστάκη υπήρξε η σπουδαιότερη θεατρική συγγραφέας της μεταπολεμικής Ελλάδας και μία γυναίκα η οποία άφησε το στίγμα της στον ελληνικό πολιτισμό με το πλούσιο έργο της.

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη στις 13 του Δεκέμβρη του 1928 η Αναγνωστάκη δεν πέρασε και τα πιο ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια. Σαν παιδί έζησε τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και μεγαλώνοντας βίωσε και τον Εμφύλιο που δίχασε τόσο βαθιά τη χώρα μας. Ούσα μικρότερη αδερφή του μεγάλου Έλληνα ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, άλλο ένα γεγονός που σημάδεψε άσχημα τα νεανικά της χρόνια ήταν η τριετής φυλάκισή του. Στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» (ένθετο «ΦιλGood») της Κύπρου, έχει δηλώσει χαρακτηριστικά για εκείνη την περίοδο: «Αυτό ήταν πολύ οδυνηρό. Έπρεπε να πηγαίνω στη φυλακή, μαζί με άλλα μέλη της οικογένειάς μου για να τον βλέπουμε. Δεν ξέραμε τι θα γίνει. Πολλές φορές μας απήντησαν με την εις θάνατον καταδίκη. Ήταν, όμως, μάλλον εκφοβισμός».

Σπούδασε Νομική στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αλλά συνέχισε τις σπουδές της και στην Αυστρία. Παντρεύτηκε τον Έλληνα συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά και μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον, επίσης, συγγραφέα Θανάση Χειμωνά.

Η πορεία της στο χώρο του θεάτρου ξεκίνησε πολύ δυναμικά και συγκεκριμένα από το Θέατρο Τέχνης, το 1965, όταν παρέδωσε δύο μονόπρακτά της στον Κάρολο Κουν. Παρόλο που του άρεσαν, ωστόσο της είπε πως δεν αρκούσαν για να συγκροτήσουν μία ολόκληρη παράσταση. Έτσι, η ίδια αποφασισμένη γυρίζοντας στο σπίτι της, έγραψε μέσα σε μία νύχτα και το τρίτο μονόπρακτο «Η παρέλαση», εμπνευσμένο από τη φυλάκιση του αδερφού της. Έχει δηλώσει σε παλιότερη συνέντευξή της στη LIFO: «Την Παρέλαση την έγραψα αμέσως. Είχε δύο μονόπρακτα ο Κουν που δεν του πήγαιναν και μου είπε «γράψε μου ένα έργο». Γύρισα σπίτι και το έγραψα σ’ ένα βράδυ». Ακολούθησαν και άλλα πολλά ακόμη έργα που την καθιέρωσαν στο χώρο του θεάτρου και τα οποία είναι τα εξής: «Η συναναστροφή» (1967), «Αντόνιο ή το μήνυμα» (1972), «Η νίκη» (1978), «Η κασέτα» (1982), «Ο ήχος του όπλου» (1987), «Διαμάντια και μπλουζ» (1990), «Το ταξίδι μακριά» (1995), «Ο ουρανός κατακόκκινος» (μονόπρακτο, 1998), «Σ’ εσάς που με ακούτε» (2003), «Ο Γιώργος ως Άμλετ» (2015). Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία τους, όπου «ανέβηκαν» όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές σκηνές όπως στην Κύπρο, την Γαλλία, την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Πολωνία, την Γερμανία, την Ισπανία και τις ΗΠΑ. Συνεργάστηκε με μερικά από τα κορυφαία ονόματα της ελληνικής μεταγενέστερης θεατρικής τέχνης όπως οι Πιττακή, Ζαβιτσιάνου, Κονιόρδου, Λαζαρίδου, Αρμένης, Τζώρτζογλου και με σκηνοθέτες όπως οι Κουν, Βογιατζής, Τριβιζάς, Παπαβασιλείου, Κουγιουμτζής και Αρδίττης.

Αυτό που έκανε την ίδια τόσο ξεχωριστή και το έργο της τόσο αγαπητό από το κοινό ήταν η αμεσότητα του λόγου της και των εικόνων της. Τα βιώματά της, παρμένα από μία Ελλάδα που περνούσε από σαράντα κύματα, ήταν βιώματα του κάθε πολίτη και μιλούσαν απευθείας στην ψυχή του. Οι ήρωές της απλοί, καθημερινοί αλλά συγχρόνως και με μία διάσταση μη ρεαλιστική. Όμως, όλα αυτά δεν περιορίστηκαν μόνο σε σχέση

με την Ελλάδα, αλλά «άγγιξαν» και όλη την Ευρώπη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως τα έργα της, όπως προαναφέρθηκε, παίχτηκαν σε όλα τα μεγάλα θεατρικά σανίδια της γηραιάς ηπείρου.

Η σχέση της με τον σύζυγό της Γιώργο Χειμωνά πολυτάραχη και θυελλώδης, σαν να ήταν βγαλμένη από κάποιο έργο της. Τον αγαπούσε βαθιά και μετά τον ξαφνικό χαμό του το 2000 άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της. Ωστόσο, πάντα είχε δίπλα της το γιο της, Θανάση και αρκετούς καλούς φίλους που την επισκέπτονταν συχνά στο σπίτι της. «Έφυγε» στις 8 Οκτωβρίου αφήνοντας πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο της ελληνικής τέχνης και του θεάτρου.

Πηνελόπη Σωτηριάδου, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου