Ο Πολάνσκι γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1933 στη Γαλλία, αλλά όταν ήταν τεσσάρων χρόνων επέστρεψε στην Πολωνία. Γιος Πολωνού πατέρα και Ρωσίδας μητέρας.

Με τη ναζιστική εισβολή, ο πατέρας κι η μητέρα του κατέληξαν σε διαφορετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο μικρός Ρομάν κατάφερε να επιβιώσει παριστάνοντας τον Γερμανό. Οι πολυτελείς κινηματογράφοι όπου διασκέδαζαν οι Γερμανοί αξιωματικοί έγιναν το καταφύγιό του. Μετά τον πόλεμο, με την Πολωνία υπό κομμουνιστικό καθεστώς, γράφτηκε στην Κρατική Κινηματογραφική Σχολή για να πραγματοποιήσει το όνειρό του να γίνει σκηνοθέτης. Μέχρι τα τριάντα του, είχε γυρίσει αρκετές ταινίες μικρού μήκους και μία μεγάλου, το «Μαχαίρι στο Νερό», που είχε διεθνή απήχηση και προτάθηκε για Όσκαρ ξένης ταινίας επιτρέποντας στον Πολάνσκι να φύγει από την Πολωνία για τη δύση.

Τη δεκαετία του ’60, ο Πολάνσκι εκμεταλλεύτηκε τη νέα ευκαιρία και σύντομα έγινε χαρακτηριστική μορφή του μοντέρνου Λονδίνου, μαζί με τους Μπιτλς και την Τουίγκι. Με φάτσα ξωτικού και χαριτωμένη παρουσία, ο Πολάνσκι είχε επιτυχία στις κοπέλες και την εκμεταλλευόταν με την απλησία κάποιου που είχε μεγαλώσει μέσα στις στερήσεις…

Ο Πολάνσκι όσο ζούσε Αγγλία έκανε τρεις επιτυχημένες ταινίες. Στο τέλος της δεκαετίας έκανε και το χολιγουντιανό του ντεμπούτο με το «Το Μωρό της Ρόζμαρι», που θεωρείται κλασική ταινία για τον σατανισμό. Είχε παντρευτεί την πανέμορφη ηθοποιό Σάρον Τέιτ η οποία ήταν έγκυος στο πρώτο του παιδί. Το χολιγουντιανό όνειρο έγινε εφιάλτης στις 9 Αυγούστου 1969, όταν η Τέιτ και τρεις φίλοι τους δολοφονήθηκαν άγρια μέσα στο σπίτι των Πολάνσκι στο Λος Άντζελες από μέλη της «οικογένειας» του σατανιστή Τσαρλς Μάνσον.

Μετά το συγκλονιστικό συμβάν, ο Πολάνσκι αγωνιούσε να ξεφύγει από τη δημοσιότητα και κατέφυγε στην Ευρώπη, όπου γύρισε μια αιματηρή εκδοχή του Μακμπέθ, η οποία πολλοί θεωρούν ότι ήταν η προσωπική του αντίδραση στην τραγωδία που είχε περάσει. Η τελευταία του ταινία στο Χόλιγουντ, το «Τσάιναταουν», ήταν ακόμη πιο σκοτεινή, αν και λιγότερο αιματοβαμμένη και φαινόταν ότι ο Πολάνσκι θα συνέχιζε σε αυτό το ύφος….

Το καλοκαίρι του 1977, ο Πολάνσκι δικάστηκε για το βιασμό της 13χρονης επίδοξης ηθοποιού και φωτομοντέλου Σαμάνθα Γκέιλι. Οι λεπτομέρειες είναι θλιβερές, ακόμη και για τα χολιγουντιανά δεδομένα. Ο Πολάνσκι είχε αναλάβει για λογαριασμό του γαλλικού Vogue να επιμεληθεί ένα τεύχος με ανήλικες όμορφες κοπέλες. Βρήκε το τέλειο δείγμα στο πρόσωπο της Γκέιλι, μιας έφηβης που είχε όνειρο να κάνει καριέρα στον χώρο του θεάματος. Το κορίτσι ήταν ενθουσιασμένο που ο σπουδαίος Πολάνσκι ήθελε να τη φωτογραφήσει….

Αφού της τράβηξε κάποιες δοκιμαστικές τόπλες πόζες στους λόφους του Χόλιγουντ, ο Πολάνσκι την έπεισε να πάει μαζί του, χωρίς συνοδό, στην έπαυλη του Τζακ Νίκολσον, ο οποίος έλειπε σε διακοπές. Της έδωσε σαμπάνια και τη φωτογράφισε γυμνή στο τζακούζι. Τελικά αποφάσισε να γδυθεί και να μπει μαζί της στο νερό. Η Γκέιλι υποκρίθηκε κρίση άσθματος για να γλιτώσει, αλλά ο σκηνοθέτης της έδωσε ένα ηρεμιστικό για τα νεύρα και πρότεινε να πάνε στο υπνοδωμάτιο. Εκεί,ο σκηνοθέτης προχώρησε σε σεξουαλικές πράξεις παρ’ ότι εκείνη του ζητούσε να σταματήσει. Κατόπιν την πήγε στο σπίτι της προειδοποιώντας την να μην πει λέξη στη μητέρα ή τον φίλο της…

Στις 31 Ιανουαρίου 1978 πήρε το αεροπλάνο για Λονδίνο. Ουδέποτε επέστρεψε. Φοβούμενος ότι θα τον εξέδιδαν στις ΗΠΑ, πήγε στο Παρίσι το οποίο έγινε η μόνιμη κατοικία του. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες, οι αμερικανικές αρχές δίσταζαν να κινήσουν διαδικασία έκδοσης κατά του Πολάνσκι, ώστε να μπορούν να τον συλλάβουν μόλις θα έβγαινε από τη Γαλλία. Στη Γαλλία, συνέχισε να γυρίζει ταινίες, όπως τους «Πειρατές» και τον «Πιανίστα», για τον οποίο κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ Σκηνοθεσίας το 2002. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2009, ο φυγάς συνελήφθη από Ελβετούς αστυνομικούς στο αεροδρόμιο της Ζυρίχης, ενώ πήγαινε σ’ ένα φεστιβάλ όπου επρόκειτο να του απονείμουν κάποιο τιμητικό βραβείο. Ο επακόλουθος περιορισμός του Πολάνσκι προκάλεσε μεγάλη διένεξη σχετικά με την παλιά υπόθεση και πολλοί άνθρωποι του κινηματογράφου, μεταξύ των οποίων ο Γούντι Άλεν και ο Μάρτιν Σκορσέζε, υπέγραψαν έκκληση για την άμεση απελευθέρωσή του. Το 2010, η ελβετική αστυνομία τον άφησε ελεύθερο και ένα χρόνο αργότερα, στο ντοκιμαντέρ του Laurent Bouzereau, με τίτλο «Roman Polanski: A Film Memoir» έσπασε την σιωπή του. Ο Πολάνσκι ζήτησε συγγνώμη απ’ την Γκέιλι: «Έγινε δύο φορές θύμα. Μία από εμένα και μία απ’ τον Τύπο»…

Κωνσταντίνος Τσίπτσιος, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου