Η Χάριετ Ελίζαμπεθ Μπίτσερ γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1811 στο Κονέκτικατ των ΗΠΑ ως ένα από τα 13 παιδιά της οικογένειας του θρησκευτικού λειτουργού Λάιμαν Μπίτσερ και της συζύγου του, η οποία πέθανε όταν η Χάριετ ήταν ακόμα παιδί. Η μικρή προοδευτική κοινότητα όπου μεγάλωσε η Μπίτσερ ήταν μάλιστα από τις πιο «πολιτισμένες» της περιοχής, με την ίδια να αναθρέφεται μέσα σε ένα περιβάλλον ανθρώπων του πνεύματος και διανοουμένων: οι 7 αδερφοί της έγιναν ιερείς, ενώ η αδελφή της Ισαβέλα ήταν μια από τις ηγετικές μορφές του φεμινιστικού κινήματος. Τη μεγαλύτερη επίδραση στη Χάριετ θα ασκούσε ωστόσο η μεγαλύτερη αδελφή της Κάθριν, που ήταν συγγραφέας και δασκάλα και θα διαμόρφωνε με την επιρροή της τις κοινωνικές στάσεις της Χαριέτ.

Σε ηλικία 22 ετών άρχισε να την απασχολεί το πρόβλημα της ανθρώπινης δουλείας. Ο πατέρας της είχε εκλεγεί πρόεδρος του νεοϊδρυμένου Θεολογικού Φροντιστηρίου Λέιν του Σινσινάτι στο Οχάιο και η οικογένειά του τον συνόδευσε εκεί. Πάλι η Χάριετ έλαβε ενεργό μέρος στη φιλολογική και σχολική ζωή, δημοσιεύοντας τα χειρόγραφά της σε εφημερίδες του τόπου και συγγράφοντας μια σχολική γεωγραφία.

Το Οχάιο ήταν ελεύθερη πολιτεία, αλλά μόνο ένας ποταμός τη χώριζε από άλλες κοινότητες, όπου επικρατούσε ο θεσμός της δουλείας. Η Χάριετ πολλές φορές είδε σκλάβους να αγωνίζονται να περάσουν τον ποταμό λαχταρώντας την ελευθερία. Η αγωνία των βασανισμένων αυτών ανθρώπων τη συγκινούσε βαθιά. Άρχισε να παίρνει μέρος σε διαμάχες για την πολιτική, οικονομική και ηθική ανάγκη να απελευθερωθούν οι Μαύροι.


Το 1836 σε ηλικία 25 ετών παντρεύτηκε έναν καθηγητή του Θεολογικού Φροντιστηρίου, τον Κάλβιν Έλις Στόου. Το 1852 ο άντρας της διορίστηκε καθηγητής στο Μπόουντιν του Μπράνσγουϊκ της πολιτείας Μέιν.Η Χάριετ δεν μοιραζόταν με τον σύζυγό της μόνο κοινά λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, αλλά και την ίδια απέχθεια για τη δουλεία. Από την αρχή σχεδόν του κοινού συζυγικού τους βίου, κρύβουν πρόθυμα στο σπίτι τους φυγάδες σκλάβους και τους βοηθούν στο δράμα τους με όποιον τρόπο μπορούν.

Το 1850 ωστόσο το Κογκρέσο περνά τροπολογία που απαγόρευε κάθε βοήθεια στους φυγάδες δούλους, με άλλες διατάξεις του νόμου να προκαλούν ανατριχίλα τόσο στους λευκούς πολέμιους της δουλείας όσο και στις κοινότητες των Αφρο-Αμερικανών του Βορρά. Η Στόου αποφασίζει να δράσει μέσω της λογοτεχνίας. Mακριά από τις σπαρακτικές σκηνές των δούλων, χρησιμοποίησε τη μνήμη της και τη φαντασία της σ’ όλη τους την έκταση και έγραψε το μνημειώδες έργο «Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά», βασίζοντας τη δουλειά της στη ζωή του Josiah Henson.

Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά ήταν το πιο δημοφιλές σε πωλήσεις μυθιστόρημα του 19ου αιώνα και το δεύτερο πιο δημοφιλές βιβλίο εκείνου του αιώνα μετά τη βίβλο, επίσης θεωρείται πως συνδαύλισε το αποσχιστικό κίνημα της δεκαετίας του 1850. Το πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας του πουλήθηκαν 300.000 αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ. Το πιο γνωστό βιβλίο της, «Η καλύβα του μπάρμπα Θωμά», έδωσε δημοσιότητα στην εκστρατεία κατά της δουλειάς. Μετά το ξέσπασμα του αμερικανικού εμφυλίου Βορρά-Νότου το 1861, η Στόου προσκαλείται στην Ουάσιγκτον από τον Αμερικανό πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν (25 Νοεμβρίου 1862), με τον δημοφιλή θρύλο να τον θέλει να τη χαιρετίζει ως εξής: «Εσύ είσαι λοιπόν η γυναίκα που έγραψε το βιβλίο που ξεκίνησε αυτό τον μεγάλο πόλεμο ε;»


Μεταξύ άλλων, η Χάριετ Μπίτσερ Στόου έγραψε άρθρα στο περιοδικό της εποχής «Μηνιαία Ατλαντίς», τον «Ανεξάρτητο» της Νέας Υόρκης δικά της  Χριστιανικής Ενώσεως, που όλα τα εξέδωσε σε διάφορες εποχές ο αδελφός της Χένρι Γουόρντ Μπίτσερ.
Η Στόου δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει ούτε και να συστρατεύει φυσικά τις δυνάμεις της με κάθε δίκαιο κοινωνικό και πολιτικό αγώνα για το υπόλοιπο της ζωής της. Δημοσίευσε διηγήματα, δοκίμια και μια μακρά λίστα από μυθιστορήματα βεβαίως (20 βιβλία), την ίδια ώρα που είχε συνεχή παρουσία στον περιοδικό Τύπο με πύρινα άρθρα υπέρ μιας σειράς από κοινωνικές διεκδικήσεις και ανθρώπινα δικαιώματα, μη σταματώντας ποτέ να καλλιεργεί κλίμα αποδοχής της αφρο-αμερικανικής κοινότητας ακόμα και μετά την κατάργηση της δουλείας.

Κανένα κατοπινό της πόνημα δεν θα έφτανε βεβαίως τη φήμη του «Μπαρμπα-Θωμά», η ίδια διατήρησε ωστόσο το καθεστώς της ως μεγάλο όνομα στα γράμματα της Αμερικής και ιδιαίτερα στις φιλελεύθερες πολιτείες του Βορρά. Η γνώμη της μάλιστα ζητούταν συχνά από τον Τύπο πάνω σε αμφιλεγόμενα θέματα της τρέχουσας επικαιρότητας, με τις συνεντεύξεις της να αποκαλύπτουν έναν παθιασμένο για κοινωνική δικαιοσύνη άνθρωπο.

Παρά την ηθική εντιμότητα της ευρύτερης οικογένειας των Μπίτσερ, ένα κολοσσιαίο σκάνδαλο θα ξεσπούσε το 1872 όταν ο αδερφός της και ιερέας Χένρι Μπίτσερ θα κατηγορούταν για μοιχεία με μια ενορίτισσά του. Το πανεθνικό σκάνδαλο θα έριχνε τη σκιά του πάνω σε όλη την οικογένεια, με τη Χάριετ ωστόσο να διατηρεί την ψυχραιμία της και να υπερασπίζεται την αθωότητα του αδελφού της καθ’ όλη τη δικαστική περιπέτειά του. Όταν ξέσπασε ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος, ο γιος της Φρειδερίκος κατετάγη στον Στρατό της Ενώσεως. Αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του λοχαγού, αλλά η υγεία του είχε κλονιστεί και η μητέρα του αγόρασε ένα κτήμα στη Φλόριντα, ελπίζοντας ότι το κλίμα εκεί θα ωφελούσε την υγεία του. Εκεί πέρασαν πολλούς χειμώνες. Τελικά η Χάριετ Μπίτσερ Στόου απεβίωσε την 1η Ιουλίου 1896 στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ.

Μνημεία και αγάλματα στήθηκαν προς τιμήν της σε όλη την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ, την ίδια ώρα που το σπίτι όπου έζησε η Στόου και έγραψε τον «Μπαρμπα-Θωμά» στο Μέιν έχει πλέον μετατραπεί σε μουσείο, όπως και η οικία που πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στο Κονέκτικατ. Και βέβαια το 2007 τα αμερικανικά ταχυδρομεία την τίμησαν απαθανατίζοντάς τη σε γραμματόσημο.

Μιλένα Αμπράμοβιτς, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.