Ιστορική μετακόμιση πραγματοποιείται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, με πάνω από 700.00 τόμους να μεταφέρονται από το νεοκλασικό κτίριο στο κέντρο της Αθήνας στους νέους χώρους που σχεδίασε ο Ιταλός αρχιτέκτονας Renzo Piano, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Η γαλλική εφημερίδα Le Figaro αποθεώνει το σπουδαίο αυτό έργο γράφοντας σε εκτενές δημοσίευμα πως «Η μεγαλύτερη μετακόμιση βιβλίων στην ιστορία της Ελλάδας ξεκίνησε» . Επίσης και ο ο διευθυντής της Βιβλιοθήκης Φίλιππος Τσιμπόγλου δήλωσε πως “είναι η αρχή μιας νέας εποχής”.«Όταν ξεκίνησε να αδειάζει, πονέσαμε», αναφέρει η Χρυσάνθη Βασιλειάδου, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. «Δουλεύουμε πάρα πολλά χρόνια εδώ κι έχουμε ταυτιστεί με αυτόν το χώρο. Τον αγαπήσαμε πολύ, αλλά βλέποντας τις δυνατότητες στο νέο χώρο και ξέροντας ότι μπορεί αυτό το κτίριο να αναπαλαιωθεί, να συντηρηθεί και μέσα από τις νέες του χρήσεις να συνεργαστεί με το άλλο, έχουμε θετικά συναισθήματα και ανυπομονησία να δούμε όλη αυτήν την δουλειά να αποδίδει καρπούς.»

Για το έργο αυτό χρειάστηκαν πάνω από 550 άτομα, ενώ εργάστηκαν δύο χρόνια καταγράφοντας, ψηφιοποιώντας και επαναταξινομώντας τους περισσότερους από 700.00 τόμους βιβλίων και χειρογράφων.

Το κόστος κατασκευής 600 εκατ. ευρώ χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Χωρίς ιδιωτικά κεφάλαια σε μία χώρα κτυπημένη από την κρίση, η κατασκευή δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.

Το ελληνικό κράτος, ωστόσο, παρείχε μια μικρή συνεισφορά για τα έξοδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη, που δέχεται 20.000 επισκέπτες ετησίως, αναμένει να δεκαπλασιασθούν στους νέους χώρους της έκτασης 22.000 τ.μ. με 400 επιπλέον θέσεις αναγνωστών» , δηλώνει με ικανοποίηση η υπεύθυνη του αναγνωστηρίου, Βασιλική Τσιγκούνη.

Αναλυτικότερα:

Μεταφέρονται 750.000 τεκμήρια της γενικής συλλογής και 40.000 τεκμήρια της συλλογής του Δανειστικού Τμήματος (εκ των οποίων 10.000 είναι τα εκπαιδευτικά παιχνίδια) και 30.000 τεύχη περιοδικών ποικίλης θεματολογίας της τελευταίας πενταετίας (2013 έως και 2017), τα οποία τοποθετήθηκαν στο Αναγνωστήριο Περιοδικών. Η μεταφορά χρηματοδοτείται από το Ελληνικό Κράτος, με προϋπολογισμό ύψους 500.000 ευρώ.

Οι νέες εγκαταστάσεις διαθέτουν οκτώ αναγνωστήρια και 400 θέσεις αναγνωστών. Στο Βαλλιάνειο κτίριο οι θέσεις αναγνωστών ήταν ογδόντα.

Στην μετεγκατάσταση και τον εκσυγχρονισμό της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος εμπλέκονται περισσότεροι από εκατόν πενήντα υπάλληλοι της ΕΒΕ και τετρακόσιοι εξωτερικοί συνεργάτες, χάρη στη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, ύψους 5.000.000 ευρώ και την έκτακτη επιχορήγηση του Ελληνικού Κράτους, ύψους 5.200.000 ευρώ.

Η προετοιμασία του έργου μεταφοράς των συλλογών και των υπηρεσιών της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος συμπεριέλαβε συνολικά 50 υποέργα, τα οποία υλοποιήθηκαν σε διάστημα τριών ετών. Αυτά αφορούσαν την επεξεργασία και ανάπτυξη των συλλογών, την ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών, τη δημιουργία δανειστικού τμήματος, την ανάπτυξη κοινού και την εκπαίδευση του προσωπικού της ΕΒΕ.

Η ιστορία της Εθνικής Βιβλιοθήκης

Οι πρώτες σκέψεις για τη δημιουργία Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Ελλάδα έγιναν από τον Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη-Ιάκωβο Μάγερ το 1824. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε το 1829 στην Αίγινα την “Αποθήκη Βιβλίων” η οποία το 1842 ενώθηκε με την Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη. Από το 1903 η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος στεγάζεται στο εμβληματικό Βαλλιάνειο κτήριο επί της οδού Πανεπιστημίου στην Αθήνα και αποτελεί τον θεματοφύλακα της γραπτής παρακαταθήκης των Ελλήνων με τον αριθμό των τεκμηρίων της να ανέρχεται σήμερα σε περίπου 2.000.000. Η συλλογή των 5.400 χειρογράφων της, που χρονολογούνται από τον 9ο έως τον 19ο αιώνα, είναι μία από τις μεγαλύτερες διεθνώς. Στις συλλογές της Εθνικής Βιβλιοθήκης ανήκουν, επίσης, σπάνια αρχέτυπα και παλαίτυπα, χάρτες, χαρακτικά και ποικίλες κατηγορίες ιστορικών εγγράφων, όπως το Αρχείο των Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, το Αρχείο του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου, διάφορα αρχεία προσωπικοτήτων όπως του Διονυσίου Σολωμού κτλ. Τα ανωτέρω αποτελούν μοναδικά τεκμήρια του ελληνικού πολιτισμού.

Μιλένα Αμπράμοβιτς, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου