Ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ ή ειδικότερα, ο Ντονατιέν Αλφόνς Φρανσουά Ντε Σαντ, ήτανε γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας (1740-1814). Η μητέρα του ήτανε μεγαλειοτάτη της γαλλικής βασιλικής οικογένειας και προόριζε τον γιο της για διάδοχο του θρόνου, πράγμα όμως που φαινόταν ήδη από τη νεαρή ηλικία του Μαρκήσιου ντε Σαντ ότι δεν ήταν διόλου εφικτό. Στη συνέχεια δε, έμεινε με τον θείο του και φοίτησε στο ιησουιτικό κολέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου στο Παρίσι, όπου και έμαθε πρώτη φορά για το θέατρο και την δραματική τέχνη αλλά και διδάχθηκε σωφρονιστικούς κανόνες κάτω από ένα αυστηρό εκπαιδευτικό σύστημα.

Αργότερα έγινε δεκτός στη στρατιωτική σχολή Εκο-ντε Σεβό-Λεζέρ στην οποία επιτρεπόταν η φοίτηση μόνο σε γόνους ευγενών οικογενειών και από την οποία έλαβε τη στρατιωτική του εκπαίδευση. Μάλιστα, το 1757 συμμετείχε στον Επταετή Πόλεμο με το βαθμό του σημαιοφόρου. Τονίζεται δε ότι μετά το πέρας της θητείας του άρχισε να εκδηλώνει τις ορμέμφυτες αλλά κοινωνικά απορριπτέες σεξουαλικές θεωρίες και προτιμήσεις του.

Όσον αφορά δε ειδικότερα τις ακραίες και σαδιστικές- από το όνομα του οποίου δόθηκε αργότερα ο όρος στη ψυχιατρική επιστήμη από τον ψυχίατρο Ρίχαρντ φον κραφτ- Εμπινγκ- αντιλήψεις και προτιμήσεις που είχε στην ερωτική του ζωή, αυτές αποτέλεσαν την κύρια αιτία για την εξορία του, την φυλάκισή του και τον κοινωνικό αποκλεισμό του, επί τριακονταετία.

Πιο συγκεκριμένα, αφού παντρεύτηκε τη Ρενέ-Μπελαζί ντε Μονρόι το 1763, προέβη στη σεξουαλική κακοποίηση μιας πόρνης, εφαρμόζοντας όλες τις αποκλίνουσες σεξουαλικές επιθυμίες του μέσα σε ένα ιδιωτικό διαμέρισμα το οποίο διατηρούσε. Όμως και το 1768 προέβη σε ασέλγεια πόρνης (γνωστό «ως σκάνδαλο της Αρκέι» λόγω της περιοχής όπου υπήρχαν οίκοι ανοχής), η οποία όμως τον κατήγγειλε. Αργότερα, συνήψε ερωτικό δεσμό με την αδελφή της συζύγου του Αν- Προσπέρ. Το 1772 αναφέρεται ότι επιχείρησε πράξεις σοδομισμού με τον υπηρέτη του, ενώ το ίδιο έτος, όντας δραπέτης στη Λακόστ, κακοποιούσε σεξουαλικά και άλλους υπηρέτες του. Στο δε ίδρυμα φρενοβλαβών Σαρεντόν όπου και άφησε την τελευταία του πνοή, είχε την τελευταία ερωτική του ιστορία με την δεκατετράχρονη κόρη μιας νοσοκόμας.

Επίσης, το όνομα του Μαρκήσιου ντε Σαντ ήτανε για πέντε συνεχόμενες γενεές ένα ταμπού και επετράπη η ρητή κατονομασία του μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν ο ιστορικός Γκίλμπερτ Λέλι προσπάθησε να βρει έργα του συγγραφέα στο κάστρο του Κοντ-αν-Μπρι. Την πληροφορία αυτή έφερε στο φως της δημοσιότητας ένας μακρινός απόγονός του, ο Κόντ Χιούγκ ντε Σαντ, ο οποίος έμαθε από τους γονείς του ότι το ίδιο το όνομα του συγγραφέα δεν έπρεπε να το γνωρίζουν οι επόμενες γενιές. Σήμερα, ο Κόντ Χιούγκ ντε Σαντ χρησιμοποιεί το όνομα για να προωθήσει την εμπορία κρασιού και εσωρούχων που φέρουν την επωνυμία του πρώην απαγορευμένου ονόματος. Ακόμη, λέγεται ότι ο Μαρκήσιος ντε Σαντ ήτανε καλοφαγάς και λάτρης του καλού κρασιού και των διαφόρων γλυκισμάτων της περιοχής Provence.

Δεν ήταν όμως μόνο το όνομά του απορριπτέο και απαγορευμένο, αλλά και τα ίδια τα προϊόντα της δημιουργίας του. Τα έργα του μέχρι το 1957 δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορήσουν στη Γαλλία, ενώ σημειώνεται ότι σταδιακά άρχισαν να γίνονται πιο «δεκτικές» από το γαλλικό κοινό οι φανερά αποκλίνουσες απόψεις και σεξουαλικές προτιμήσεις του συγγραφέα ως προς τον έρωτα.

Και στη χώρα μας όμως, το συγγραφικό του έργο δεν έγινε εύκολα αποδεκτό καθώς τα τελευταία 27 περίπου χρόνια, έπειτα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ διανοούμενων, εκδοτών και δικαστικών, είναι επιτρεπτή η ελεύθερη κυκλοφορία των έργων του Μαρκήσιου ντε Σαντ.

Εν κατακλείδι, σημειώνονται κάποια από τα σημαντικότερα έργα του τα οποία έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, είναι : «120 Ημέρες Σόδομα» το οποίο έμεινε ανολοκλήρωτο, «η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ» και «η Ζυστίν».

Άννα Παυλίδου, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.