Ο Μοασίρ Μπαρμπόσα ήταν ένας τερματοφύλακας-τοίχος για τους συμπαίκτες του. Άξιος εμπιστοσύνης, σταθερός και πάντα εκεί για την χώρα του. Οι περισσότεροι ιστορικοί τον κατατάσσουν ως τον τρίτο καλύτερο, τερματοφύλακα στην ιστορία της Βραζιλίας. Όμως όλα του τα επιτεύγματα ξεχάστηκαν μέσα σε μια μέρα, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.

Ήταν το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο και γινόταν στην Βραζιλία. Η εθνική ομάδα της χώρας είχε κυριολεκτικά σαρώσει όλους τους αντιπάλους της, σε μια περίεργη διοργάνωση στην οποία δεν υπήρξε ένας τελικός αλλά τελική φάση με τέσσερις ομάδες. Η Βραζιλία με μια ισοπαλία στο τελευταίο παιχνίδι με την Ουρουγουάη κατακτούσε για πρώτη φορά το κύπελλο. Οι Βραζιλιάνοι, απόλυτα σίγουροι για τον θρίαμβο, είχαν ξεχυθεί σε δρόμους και πλατείες σε ένα ατέλειωτο καρναβάλι. Την παραμονή του αγώνα οι παίκτες της ομάδας είχαν λάβει ως δώρο χρυσά ρολόγια με την επιγραφή “για τους παγκόσμιους πρωταθλητές”. Το μεσημέρι στο νεόχτιστο Μαρακανά βρέθηκαν 200.000 άνθρωποι (183.354 καταγεγραμμένοι, ο μεγαλύτερος αριθμός στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων).

Ο Μάσπολι, ο τερματοφύλακας της Ουρουγουάης, όμως, έκανε την μια απόκρουση μετά την άλλη, ενώ η άμυνα του άντεχε στις επιθέσεις των Βραζιλιάνων. Το ημίχρονο έληξε 0-0 αλλά στις αρχές της επανάληψης το γήπεδο σείστηκε και γέμισε πυροτεχνήματα. Ο Φριάκα είχε σκοράρει για τους γηπεδούχους. Στο 66’ όμως ο Γκίγκια έφυγε από δεξιά, σέντραρε στην περιοχή και ο Σκιαφίνο ισοφάρισε για την Ουρουγουάη. Οι Βραζιλιάνοι παίκτες πανικοβλήθηκαν. Η Ουρουγουάη, πιο ψύχραιμη, άρχισε να παίρνει τα ηνία του αγώνα και να βγαίνει μπροστά. Ήταν το 79ο λεπτό και ο Γκίγκια έφευγε πάλι μόνος από δεξιά. Ο Σκιαφίνο έκανε ξανά κίνηση στην περιοχή. Όλοι περίμεναν την σέντρα, το ίδιο και ο Μπαρμπόσα που έκανε ένα βήμα μπροστά καθώς στο πρώτο γκολ είχε διαλέξει να κλείσει την γωνία του. Ένα βήμα που, όπως αποδείχτηκε μετά, δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Ο Γκίγκια, αιφνιδιάζοντας τους πάντες, σημάδεψε την αριστερή γωνία του. Ο Μπαρμπόσα απλώς ακούμπησε την μπάλα που κατέληξε στα δίχτυα. 1-2 και ανατροπή στο σκορ. Πόνος, άγχος και νεύρα στους Βραζιλιάνους. Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο, πασίγνωστος Ουρουγουανός συγγραφέας, περιγράφει την σκηνή που ακολούθησε ως την «τρομερότερη σιγή της ιστορίας του ποδοσφαίρου». Ο Άγγλος διαιτητής Ρίντερ σφύριξε λίγο αργότερα τη λήξη. Κάποιοι σκοτώθηκαν πέφτοντας συντετριμμένοι από τις πανύψηλες κερκίδες του Μαρακανά, κάποιοι αυτοκτόνησαν το ίδιο βράδυ και κάποιοι άλλοι τις επόμενες μέρες. Ποτέ δεν έγινε γνωστός ο ακριβής αριθμός των νεκρών. Η απονομή στην Ουρουγουάη έγινε στα κρυφά.

Η Ουρουγουάη είχε καταφέρει το απίστευτο, να νικήσει τη Βραζιλία μέσα στο «Μαρακανά», η οποία είχε και την υποστήριξη σχεδόν 200.000 φιλάθλων, και να κατακτήσει για δεύτερη φορά στην ιστορία της το Παγκόσμιο Κύπελλο. Είκοσι χρόνια μετά το Μουντιάλ εκείνο, μια γυναίκα τον αναγνώρισε σε ένα κατάστημα και την άκουσε να λέει στον γιο της πως εκείνος είναι ο προδότης της Βραζιλίας, ενώ λέγεται πως όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο έπιασε δουλειά ως φύλακας του «Μαρακανά» και έκαψε τα δοκάρια του τέρματος στο οποίο είχε δεχθεί τα δυο γκολ από τους Ουρουγουανούς. Ο Μπαρμπόσα, πρώην πλέον τερματοφύλακας της Βραζιλίας, θέλησε το 1994 να εμψυχώσει τους διεθνείς στα προκριματικά του μουντιάλ της Αμερικής, οι υπεύθυνοι τον έδιωξαν επειδή φοβήθηκαν ότι θα έφερνε κακή τύχη. Ο ίδιος δεν άντεχε άλλο. Έζησε το τελευταίο κομμάτι της ζωής του φιλοξενούμενος στο σπίτι μιας κουνιάδας του με μοναδικό εισόδημα του την σύνταξη του. Στις 7 Απριλίου του 2000 κάπου στο Σάο Πάολο, ο Μπαρμπόσα έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια του. Πέθανε χωρίς να του συγχωρέσουν ποτέ μια λάθος εκτίμηση που έκανε.

Νίκος Ντουντουλάκης, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.