Ο κλάδος των ελληνικών υδατοκαλλιεργειών και γενικότερα των ιχθυοκαλλιεργειών είναι ένας από τους πλέον αναπτυσσόμενους τομείς της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας, με σαφή εξαγωγικό χαρακτήρα και σημαντική θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρόλο που τα τελευταία χρόνια ο κλάδος περνάει μια περίοδο αναδιάρθρωσης και σημειώνει κάμψη, οι στόχοι που έχουν τεθεί για την αύξηση της παραγωγής ξεπερνούν τον στρατηγικό στόχο της ετήσιας αύξησης 4% που έχει τεθεί από την Ε.Ε.

Διόλου απίθανο η ιχθυοκαλλιέργεια να θεωρηθεί μία από τις πιο σημαντικές παραγωγικές δραστηριότητες για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η ιχθυοκαλλιέργεια είναι μια μικρογραφία της χώρας. Πώς όμως αυτή η δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην έξοδο της χώρας από την κρίση;

Λοιπόν η ιχθυοκαλλιέργεια άρχισε να πρωτοεμφανίζεται σε πρωταρχικό βέβαια στάδιο ακόμη στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 σημειώνοντας ανοδική πορεία στο πέρασμα των χρόνων, φτάνοντας στο 2015 όπου τα ποσοστά της εξαγωγικής αλιείας αυξήθηκαν σε μεγάλο ποσοστό και ως επί τούτου αυτό αύξησε τα έσοδα της χώρας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί ραγδαία εννοείται η συνολική παραγωγή της ιχθυοκαλλιέργειας.

Ποια είναι όμως τα είδη που εκτρέφονται στην Ελλάδα;

Κυρίως στις ιχθυοκαλλιέργειες της Ελλάδας εκτρέφονται μεσογειακά είδη ψαριών, τσιπούρα, λαβράκι, σε μεγάλο ποσοστό και σε μικρότερο ποσοστό φαγκρί ,κρανιός, μυτάκι, συναγρίδα και πολλά άλλα. Εκτός από τις θαλάσσιες ιχθυοκαλλιέργειες υπάρχουν μονάδες εκτροφής εσωτερικών υδάτων. Σήμερα δραστηριοποιούνται περί τις 80 μονάδες εντατικής εκτροφής ιχθύων εσωτερικών υδάτων. Σημαντικός είναι επίσης και ο αριθμός των μονάδων, περί τις 600, που δραστηριοποιούνται στην οστρακοκαλλιέργεια, εκτρέφοντας σχεδόν αποκλειστικά το μεσογειακό μύδι. Τα αλιευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ιχθυοκαλλιέργειας, είναι ο πρώτος κλάδος ζωικής παραγωγής σε εξαγωγές και τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στην κορυφή των εξαγώγιμων αγροτικών προϊόντων. Περίπου το 78 % της παραγωγής εξάγεται και το 22 % διατίθεται στην εγχώρια αγορά. Παραδοσιακά οι Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία είναι οι χώρες εντός Ε.Ε. που απορροφούν συνολικά σχεδόν το 57% της Ελληνικής παραγωγής. Το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγωγών γίνεται προς τις χώρες της Ε.Ε. H Ελλάδα αποτελεί μακράν τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα τσιπούρας και λαβρακίου ιχθυοκαλλιέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το 2016, η Ελληνική παραγωγή τσιπούρας ανήλθε σε 59.000 τόνους, αποτελώντας το 63,5% της ευρωπαϊκής παραγωγής. Ακολουθεί η Ισπανία με 13.740 τόνους (14,8% της κοινοτικής παραγωγής), η Ιταλία με 7.600 τόνους (8,2% της κοινοτικής παραγωγής) και η Κροατία με 4.300 τόνους (4,6% της παραγωγής της Ε.Ε.). Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων (FAO) και της Παγκόσμιας Τράπεζας μέχρι το 2030 πάνω από το 65% των αλιευτικών προϊόντων θα προέρχεται από την υδατοκαλλιέργεια. Οι ειδικοί στοχεύουν στο μέλλον να αυξήσουν ολοένα και περισσότερο την εξαγωγή των ψαριών αυτών.

Κυριότερος ανταγωνιστής της Ελλάδας στη μεσογειακή ιχθυοκαλλιέργεια είναι η Τουρκία, η παραγωγή μάλιστα της οποίας τα τελευταία χρόνια έχει υπερβεί την ελληνική. Το 2016 η παραγωγή τσιπούρας στην Τουρκία διαμορφώθηκε σε 67.612 τόνους, ενώ η παραγωγή λαβρακίου στους 72.342 τόνους. Επιπλέον η κρατική επιχορήγηση των Τούρκων δημιουργεί έναν άνισο ανταγωνισμό. Για να μπορέσει ο κλάδος να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάπτυξή του, εγκρίθηκε το 2014 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το Πολυετές Εθνικό Σχέδιο της Ελλάδας που περιγράφει δράσεις-στόχους σε σχέση με στρατηγικούς τομείς στους οποίους εντοπίζονται οι κύριες αιτίες που εμποδίζουν την ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας. Οι άξονες αυτοί αφορούν στην απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών, στην ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας (οργάνωση των παραγωγών, ανάπτυξη έρευνας και καινοτομίας) και στην καθιέρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού.

Τζίνα Σαμπάνη, Δημοσιογράφος

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.